Το πρόσφατο, σοβαρό περιστατικό στους Παξούς, όπου ξέσπασε φωτιά με αποτέλεσμα δύο θαλαμηγοί να τυλιχθούν στις φλόγες, υπενθυμίζει με τον πιο δραματικό τρόπο ότι στη θάλασσα ο κίνδυνος είναι απρόβλεπτος και οι συνέπειές του τεράστιες. Μια πυρκαγιά σε ένα yacht δεν αποτελεί μόνο μια οδυνηρή απώλεια περιουσίας, αλλά την απαρχή μιας δαιδαλώδους νομικής και ασφαλιστικής μάχης, που αφορά από τη θαλάσσια ρύπανση και τις ζημιές σε τρίτους, μέχρι την ανέλκυση του ναυαγίου. Για κάθε ιδιοκτήτη ή διαχειριστή σκάφους, η κατανόηση των «ψιλών γραμμάτων» του ασφαλιστηρίου συμβολαίου δεν είναι μια τυπική υποχρέωση, αλλά ζήτημα επιβίωσης της επένδυσής του. Στον οδηγό που ακολουθεί, ξεδιαλύνουμε το τοπίο μέσα από 10 απαραίτητες ερωτοαπαντήσεις, αναλύοντας όλα όσα πρέπει να προσέχετε και τις ευθύνες που σας βαρύνουν νομικά.
1.Ποια είναι η διαφορά μεταξύ της υποχρεωτικής ασφάλισης σκαφών και ενός συμβολαίου «Μικτής»ασφάλισης;
Ο νόμος στην Ελλάδα επιβάλλει μια ελάχιστη υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης για όλα τα σκάφη αναψυχής άνω κάποιων ορίων. Η ασφάλιση αυτή καλύπτει αποκλειστικά και μόνο τις ζημιές (σωματικές βλάβες, υλικές ζημιές, θαλάσσια ρύπανση) που μπορεί να προκαλέσει το δικό σας σκάφος σε τρίτους. Αν, για παράδειγμα, το σκάφος σας καεί ολοσχερώς από μια ξαφνική βλάβη, η υποχρεωτική ασφάλιση δεν θα σας αποζημιώσει ούτε με ένα ευρώ για τη δική σας απώλεια.
Για την προστασία της δικής σας περιουσίας, απαιτείται η σύναψη συμβολαίου ιδίων ζημιών, γνωστού στην αγορά ως «Μικτή» ασφάλιση ή «All Risks». Αυτά τα συμβόλαια βασίζονται διεθνώς κατά κανόνα στις ρήτρες του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute Yacht Clauses – Cl. 328 ή παρόμοιες). Καλύπτουν το σκάφος για ένα ευρύ φάσμα κινδύνων, όπως η φωτιά, η βύθιση, η προσάραξη, η κλοπή και οι κακοκαιρίες.
Ωστόσο, ο όρος «All Risks» δεν πρέπει να παρερμηνεύεται, καθώς δεν σημαίνει ότι καλύπτονται τα πάντα χωρίς περιορισμούς. Κάθε συμβόλαιο περιέχει ρητές εξαιρέσεις και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σωρευτικά. Η σωστή επιλογή των ρητρών αυτών καθορίζει το αν ο ιδιοκτήτης θα εισπράξει την αποζημίωση μετά από ένα ατύχημα. Η υπογραφή ενός τέτοιου συμβολαίου απαιτεί προσεκτική νομική επισκόπηση ώστε να μην βρεθείτε προ εκπλήξεων.
2.Αν το σκάφος μου πάρει φωτιά και καταστραφεί, ποιες είναι οι νομικές μου ευθύνες έναντι τρίτων και του κράτους;
Αυτό είναι ίσως το πιο κρίσιμο ερώτημα που αναδείχθηκε και από το συμβάν στους Παξούς. Αν το σκάφος σας πάρει φωτιά, οι ευθύνες σας δεν περιορίζονται στην απώλεια της περιουσίας σας. Ως ιδιοκτήτης, φέρετε αστική, διοικητική, και υπό προϋποθέσεις, ποινική ευθύνη για τις συνέπειες που θα προκαλέσει η πυρκαγιά στο γύρω περιβάλλον.Καταρχάς, ανακύπτει η υποχρέωση ανέλκυσης του ναυαγίου εφόσον το σκάφος καεί και βυθιστεί σε δίαυλο, λιμάνι ή προστατευόμενη περιοχή.
Πρώτον, υπάρχει η ευθύνη για τη θαλάσσια ρύπανση. Αν από τη φωτιά ή τη βύθιση διαρρεύσουν καύσιμα (diesel, λάδια) στη θάλασσα, οι λιμενικές αρχές θα επιβάλουν βαρύτατα διοικητικά πρόστιμα. Παράλληλα, το κόστος για τις υπηρεσίες απορρύπανσης (τοποθέτηση πλωτών φραγμάτων κ.λπ.) από εξειδικευμένες εταιρείες θα βαρύνει εσάς, και οι τιμές αυτών των υπηρεσιών είναι εξαιρετικά υψηλές.
Δεύτερον, αντιμετωπίζετε την ευθύνη για ζημιές σε τρίτους. Αν οι φλόγες μεταδοθούν σε διπλανά σκάφη (όπως ακριβώς συνέβη στους Παξούς) ή προκληθούν ζημιές σε λιμενικές εγκαταστάσεις, προβλήτες ή μαρίνες, οι παθόντες θα στραφούν δικαστικά εναντίον σας για να αποζημιωθούν. Το ίδιο ισχύει, προφανώς, και στην τραγική περίπτωση που υπάρξουν τραυματισμοί επιβαινόντων ή τρίτων.
3.Πώς ορίζεται η «Ασφαλισμένη Αξία»και γιατί παίζει ρόλο σε περίπτωση ολικής καταστροφής από φωτιά;
Στην ασφάλιση yachts, ο χρυσός κανόνας για την αξία του σκάφους είναι ο όρος «Agreed Value» (Συμφωνημένη Αξία). Αυτό σημαίνει ότι κατά τη σύναψη του συμβολαίου, ο ιδιοκτήτης και η ασφαλιστική εταιρεία συμφωνούν σε ένα συγκεκριμένο ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία του σκάφους. Αν συμβεί το απευκταίο και το σκάφος καεί ολοσχερώς, η εταιρεία υποχρεούται να καταβάλει αυτό ακριβώς το ποσό.
Η διαφορά με την «Τρέχουσα Εμπορική Αξία» (Market Value) είναι τεράστια. Αν το συμβόλαιό σας δεν προβλέπει ρητά “Agreed Value”, η ασφαλιστική μπορεί να ισχυριστεί μετά το ατύχημα ότι το σκάφος είχε υποστεί παλαιότητα, φθορές ή ότι η αγορά είχε πέσει, προσφέροντάς σας πολύ λιγότερα χρήματα από αυτά που υπολογίζατε.Συνεπώς, κατά τον έλεγχο του ασφαλιστηρίου σας, η ύπαρξη του όρου “Agreed Value” είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να αναζητήσετε.
Για να διατηρηθεί όμως η ισχύς του Agreed Value, η αξία πρέπει να είναι πραγματική και να ανταποκρίνεται στα δεδομένα της αγοράς κατά την υπογραφή. Αν διαπιστωθεί υπερασφάλιση με δόλο (δηλαδή αν ασφαλίσατε για 500.000€ ένα σκάφος που άξιζε 200.000€), το συμβόλαιο μπορεί να ακυρωθεί και να χάσετε την αποζημίωση.Επιπλέον, ο ιδιοκτήτης οφείλει να επικαιροποιεί την αξία αυτή ανάλογα με τις προσθήκες ή τις ανακαινίσεις που κάνει.
4.Τι είναι η «Αξιόπλοΐα» του σκάφους και πώς μια παράλειψη μπορεί να ακυρώσει την αποζημίωση για φωτιά;
Η αξιοπλοΐα είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση για τη λειτουργία κάθε θαλάσσιας ασφάλισης. Με απλά λόγια, ο ιδιοκτήτης έχει την απόλυτη νομική υποχρέωση να διατηρεί το σκάφος σε κατάσταση κατάλληλη να αντιμετωπίσει τους κινδύνους της θάλασσας. Αν αποδειχθεί ότι το σκάφος απέπλευσε ενώ δεν ήταν αξιόπλοο, η ασφαλιστική έχει το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης.
Στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, η αξιοπλοΐα συνδέεται άμεσα με τη συντήρηση των μηχανολογικών και ηλεκτρολογικών συστημάτων. Αν η φωτιά προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα σε καλωδίωση που ήταν εμφανώς φθαρμένη ή από διαρροή καυσίμου που είχε επισημανθεί αλλά δεν επισκευάστηκε, η εταιρεία θα εγείρει ένσταση μη αξιοπλοΐας.Για λόγους νομικής προστασίας, πρέπει να τηρείται ένα πλήρες και αναλυτικό αρχείο (logbook) όλων των εργασιών συντήρησης, των τιμολογίων των μηχανικών και των ελέγχων.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα πιστοποιητικά αξιοπλοΐας και οι προβλεπόμενες περιοδικές επιθεωρήσεις από τους νηογνώμονες ή τις λιμενικές αρχές. Αν τα πιστοποιητικά του σκάφους έχουν λήξει, το σκάφος θεωρείται αυτόματα μη αξιοπλοο για τον νόμο και την ασφαλιστική, ανεξάρτητα από την πραγματική του κατάσταση.Επίσης, για λόγους αξιοπλοϊας,το σκάφος πρέπει να είναι στελεχωμένο με κατάλληλο και αδειοδοτημένο πλήρωμα,
5.Τα συστήματα πυρόσβεσης του σκάφους επηρεάζουν τη νομική ισχύ του ασφαλιστηρίου συμβολαίου;
Η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι. Στα περισσότερα ασφαλιστήρια συμβόλαια yachts υπάρχει ένας ειδικός όρος που ονομάζεται «Εγγύηση» (Warranty) σχετικά με τα μέσα πυρόσβεσης. Οι “warranties” στο ναυτικό ασφαλιστικό δίκαιο είναι αυστηροί όροι που πρέπει να τηρούνται κατά γράμμα· η παραβίασή τους ακυρώνει την κάλυψη, ακόμα και αν η παράβαση δεν σχετίζεται άμεσα με το ατύχημα.
Το συμβόλαιο συνήθως ορίζει ότι όλοι οι πυροσβεστήρες και τα αυτόματα συστήματα κατάσβεσης του μηχανοστασίου πρέπει να επιθεωρούνται και να πιστοποιούνται ετησίως από εξουσιοδοτημένο φορέα. Αν ξεσπάσει φωτιά και κατά την έρευνα των πραγματογνωμόνων βρεθούν ληγμένοι πυροσβεστήρες, η ασφαλιστική έχει ισχυρό νομικό πάτημα να αρνηθεί την αποζημίωση.
Δεν αρκεί λοιπόν να υπάρχουν πυροσβεστήρες στο σκάφος, πρέπει να είναι και οι ενδεδειγμένοι για τον χώρο. Για παράδειγμα, το μηχανοστάσιο απαιτεί συγκεκριμένα συστήματα μόνιμης κατάσβεσης. Αν ο ιδιοκτήτης τροποποίησε το σύστημα χωρίς να ενημερώσει την εταιρεία, παραβιάζει τους όρους.Επιπλέον, το πλήρωμα (ή ο κυβερνήτης) πρέπει να γνωρίζει πώς να χειρίζεται αυτά τα συστήματα.
6.Τι προβλέπεται για τη φωτιά που μεταδίδεται από διπλανό σκάφος; Ποιος με αποζημιώνει;
Αυτό είναι το σενάριο των Παξών: η φωτιά ξεκίνησε από ένα σκάφος και μεταδόθηκε στο διπλανό του. Σε μια τέτοια περίπτωση, νομικά υπάρχουν δύο δρόμοι για τον ιδιοκτήτη του σκάφους που κάηκε εξ αντανακλάσεως, και η διαδικασία απαιτεί πολύ προσεκτικούς χειρισμούς.Εφόσον η ασφάλιση αστικής ευθύνης του υπαιτίου σκάφους έχει χαμηλά όρια, ενδέχεται το ποσό να μην επαρκεί για να καλύψει όλες τις ζημιές των διπλανών σκαφών.
Ο πρώτος και πιο γρήγορος δρόμος είναι να στραφείτε στη δική σας ασφαλιστική εταιρεία, υπό την προϋπόθεση ότι έχετε «Μικτή» ασφάλιση (ιδίες ζημιές) που καλύπτει τη φωτιά γενικά, ανεξάρτητα από την πηγή της. Η εταιρεία σας θα σας αποζημιώσει βάσει του συμβολαίου σας και στη συνέχεια θα στραφεί εκείνη (υποκατάσταση) κατά του υπαιτίου σκάφους για να πάρει τα χρήματά της πίσω.
Ο δεύτερος δρόμος, αν έχετε μόνο την υποχρεωτική ασφάλιση, είναι να στραφείτε απευθείας κατά του ιδιοκτήτη και της ασφαλιστικής εταιρείας του σκάφους από όπου ξεκίνησε η φωτιά, ενεργοποιώντας την Αστική τους Ευθύνη. Εδώ όμως υπάρχει μια μεγάλη νομική παγίδα: πρέπει να αποδειχθεί υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου σκάφους για την έναρξη ή την επέκταση της φωτιάς.
7.Ποιες είναι οι βασικές εξαιρέσεις (Exclusions) σε ένα συμβόλαιο yacht που αφορούν τη φωτιά;
Κάθε ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όσο “all risks” κι αν ονομάζεται, περιλαμβάνει μια λίστα με εξαιρέσεις, δηλαδή περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν καλύπτει τη ζημιά. Η καλή γνώση αυτών των εξαιρέσεων επιτρέπει στον ιδιοκτήτη να αποφύγει τις συμπεριφορές εκείνες που θα του κοστίσουν την αποζημίωση.Καταρχάς, εξαιρούνται σχεδόν πάντα οι ζημιές που προκαλούνται από δόλο ή βαρεία αμέλεια του ιδιοκτήτη ή του κυβερνήτη.
Μια κλασική εξαίρεση είναι η «Κακή Συντήρηση» και η σταδιακή φθορά. Αν η πραγματογνωμοσύνη δείξει ότι η φωτιά προκλήθηκε επειδή οι μηχανές δεν είχαν συντηρηθεί για χρόνια και λειτουργούσαν με υπερθέμανση, η ασφαλιστική θα αρνηθεί την κάλυψη, θεωρώντας ότι η ζημιά ήταν προδιαγεγραμμένη και όχι τυχαία.Τέλος, υπάρχουν οι γεωγραφικοί και χρονικοί περιορισμοί,ειδικά εφόσον το συμβόλαιό σας ορίζει ότι το σκάφος καλύπτεται για πλόες στην Ελλάδα.
Μια άλλη σημαντική εξαίρεση αφορά τις «Κατασκευαστικές Ατέλειες». Αν η φωτιά οφείλεται σε ένα ελαττωματικό εξάρτημα από το εργοστάσιο, η ασφαλιστική μπορεί να καλύψει τις ζημιές που προκάλεσε η φωτιά στο υπόλοιπο σκάφος, αλλά δεν θα αποζημιώσει το ίδιο το ελαττωματικό εξάρτημα, στρέφοντας τον ιδιοκτήτη κατά του κατασκευαστή.
8.Τι είναι τα έξοδα «Σωστών και Διασώστρων» (Sue and Labour) και πώς λειτουργούν την ώρα της φωτιάς;
Η ρήτρα “Sue and Labour” είναι ένας από τους πιο παραδοσιακούς και σημαντικούς όρους στο Ναυτικό Δίκαιο και την ασφάλιση. Επιβάλλει στον ιδιοκτήτη και το πλήρωμα την υποχρέωση να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να ελαχιστοποιήσουν τη ζημιά ή να σώσουν το σκάφος κατά τη διάρκεια του ατυχήματος, ενεργώντας σαν να ήταν ανασφάλιστοι.
Στην πράξη, αν ξεσπάσει φωτιά, ο ιδιοκτήτης οφείλει να καλέσει αμέσως την Πυροσβεστική, το Λιμενικό, ή ακόμα και ιδιωτικά ρυμουλκά για να βοηθήσουν στην κατάσβεση και τη μετακίνηση του σκάφους σε ασφαλές σημείο ώστε να μην καεί ολοσχερώς ή να μην μεταδώσει τη φωτιά.Ωστόσο, είναι σημαντικό ο ιδιοκτήτης να μην επιδείξει πλήρη απάθεια (π.χ. αν εγκαταλείψει το σκάφος ενώ η φωτιά είναι ακόμα μικρή και ελεγχόμενη, χωρίς να κάνει καμία προσπάθεια κατάσβεσης ή ειδοποίησης των αρχών)
Το θετικό για τον ιδιοκτήτη είναι ότι όλα τα λογικά έξοδα που θα πραγματοποιηθούν για αυτόν τον σκοπό (π.χ. η αμοιβή των ιδιωτικών μέσων, τα υλικά κατάσβεσης) καλύπτονται από την ασφαλιστική εταιρεία επιπλέον του ορίου αποζημίωσης του σκάφους. Η εταιρεία αναγνωρίζει ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν για να περιοριστεί η δική της οικονομική ζημιά.Είναι σημαντικό όμως οι ενέργειες “Sue and Labour” να είναι λογικές και ανάλογες της περίστασης.
9.Ποια είναι τα πρώτα 3 νομικά και πρακτικά βήματα που πρέπει να κάνει ένας ιδιοκτήτης αμέσως μετά την κατάσβεση της φωτιάς;
Μόλις η φωτιά σβήσει και διασφαλιστεί η σωματική ακεραιότητα όλων, ξεκινά η μάχη των εγγράφων. Το πρώτο βήμα είναι η άμεση (εντός των προθεσμιών του συμβολαίου, συνήθως 24-48 ώρες) έγγραφη ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρείας ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή. Η καθυστέρηση στη δήλωση μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά νομικά προσκόμματα.
Το δεύτερο βήμα είναι η διαχείριση των αρχών. Πρέπει να ζητηθεί αμέσως η καταγραφή του συμβάντος από το τοπικό Λιμεναρχείο και την Πυροσβεστική Υπηρεσία. Οι εκθέσεις αυτών των αρχών (προανάκριση, πόρισμα ανακριτικού τμήματος της Πυροσβεστικής) αποτελούν τα επίσημα δημόσια έγγραφα που θα καθορίσουν τα αίτια της φωτιάς, και η ασφαλιστική θα βασιστεί σε αυτά.
Το τρίτο βήμα είναι ο διορισμός ανεξάρτητου πραγματογνώμονα (Surveyor) από την πλευρά του ιδιοκτήτη. Η ασφαλιστική εταιρεία θα στείλει αμέσως τον δικό της πραγματογνώμονα για να εκτιμήσει τη ζημιά και να ψάξει για τυχόν εξαιρέσεις ή αμέλεια. Ο ιδιοκτήτης χρειάζεται τον δικό του τεχνικό σύμβουλο που θα παραστεί στις αυτοψίες και θα διασφαλίσει ότι τα αίτια και το μέγεθος της ζημιάς θα αποτυπωθούν αντικειμενικά.
10.Πώς επηρεάζει η εμπορική χρήση (Chartering) την ασφάλιση για φωτιά σε σχέση με ένα ιδιωτικό σκάφος;
Αν το σκάφος ανήκει σε μια εταιρεία (π.χ. μια Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής – ΝΕΠΑ) και χρησιμοποιείται για εμπορικούς σκοπούς (ναυλώσεις), το ασφαλιστικό καθεστώς αλλάζει ριζικά σε σχέση με ένα σκάφος ιδιωτικής αναψυχής. Η εμπορική χρήση συνεπάγεται πολύ μεγαλύτερους κινδύνους και, κατά συνέπεια, πιο αυστηρούς όρους συμβολαίου.Κάθε λεπτομέρεια, από τη σύνθεση του πληρώματος μέχρι τις ειδικές άδειες ναύλωσης, πρέπει να είναι σε απόλυτη αρμονία με τους όρους του ασφαλιστηρίου.
Πρώτον, η ασφαλιστική εταιρεία πρέπει να έχει ενημερωθεί ρητά και να έχει αποδεχθεί την εμπορική χρήση. Αν ένα σκάφος έχει ασφαλιστεί ως ιδιωτικό, αλλά την ώρα που έπιασε φωτιά εκτελούσε πλου με ναυλοσύμφωνο και επιβάτες που είχαν πληρώσει εισιτήριο, η ασφαλιστική κάλυψη ακυρώνεται αυτόματα λόγω «ψευδούς δήλωσης» ή «επίτασης του κινδύνου».
Δεύτερον, στα επαγγελματικά σκάφη η κάλυψη της Αστικής Ευθύνης έναντι τρίτων πρέπει να είναι πολύ πιο διευρυμένη. Πρέπει να περιλαμβάνει την ευθύνη προς τους ίδιους τους ναυλωτές/επιβάτες (P&I κάλυψη ή αντίστοιχες διευρυμένες ρήτρες), οι οποίοι σε περίπτωση φωτιάς και απώλειας των προσωπικών τους αντικειμένων ή τραυματισμού θα εγείρουν τεράστιες αξιώσεις.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.
Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος
Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.
