Το τοπίο της αναγκαστικής εκτέλεσης στην Ελλάδα αλλάζει ριζικά το 2025, φέρνοντας μια πολυαναμενόμενη ισορροπία ανάμεσα στους μηχανισμούς των funds και τα δικαιώματα των πολιτών. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η κυριαρχία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) φάνταζε αδιαμφισβήτητη, αφήνοντας χιλιάδες δανειολήπτες έκθετους σε διαδικασίες πλειστηριασμών που συχνά στερούνταν διαφάνειας και νομικής τεκμηρίωσης. Ωστόσο, η πρόσφατη απόφαση 2260/2025 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) έρχεται να ταράξει τα νερά, αμφισβητώντας ευθέως το δικαίωμα των funds να προχωρούν σε κατασχέσεις χωρίς την απόλυτη τήρηση των νόμιμων τύπων.Η εξέλιξη αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Συνδυάζεται με μια εξίσου κρίσιμη στροφή της νομολογίας του Αρείου Πάγου, η οποία θέτει πλέον αυστηρά όρια στον τρόπο με τον οποίο οι τράπεζες και τα funds υπολογίζουν τους τόκους στα δάνεια που έχουν υπαχθεί στον Νόμο Κατσέλη. Πρόκειται για μια «διπλή θωράκιση» που προσφέρει η ελληνική δικαιοσύνη, αναγνωρίζοντας ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την αυθαιρεσία ή την καταχρηστική επιβάρυνση των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.Στο άρθρο που ακολουθεί, αναλύουμε την απόφαση-σταθμό 2260/2025 μέσα από 10 κρίσιμες ερωτήσεις και απαντήσεις. Στόχος μας είναι να αποσαφηνίσουμε το νέο νομικό καθεστώς, να εξηγήσουμε πώς συνδέεται η αμφισβήτηση των funds με τις νέες αποφάσεις για τους τόκους και, κυρίως, να καθοδηγήσουμε κάθε ενδιαφερόμενο για τις κινήσεις που πρέπει να κάνει σήμερα ώστε να ανακόψει την απειλή του πλειστηριασμού.
1.Τι ακριβώς ορίζει η απόφαση 2260/2025 του ΣτΕ;
Η απόφαση 2260/2025 του Δ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας έρχεται να θέσει υπό σοβαρή αμφισβήτηση την ενεργητική νομιμοποίηση των funds και των εταιρειών διαχείρισης (servicers). Το δικαστήριο έκρινε ότι οι εταιρείες αυτές δεν έχουν πάντοτε το αυτόματο δικαίωμα να παρίστανται στο δικαστήριο ή να διενεργούν κατασχέσεις και πλειστηριασμούς για λογαριασμό των ξένων επενδυτικών σχημάτων.
Στην ουσία, το ΣτΕ διέκρινε κενά στον τρόπο με τον οποίο μεταβιβάζονται οι απαιτήσεις από τις τράπεζες στα funds. Η απόφαση εστιάζει στο γεγονός ότι η διαχείριση των δανείων δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την εκχώρηση του δικαιώματος δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης.Επιπλέον, το Τμήμα έκρινε ότι οι ρυθμίσεις του νόμου του 2003, στον οποίο συχνά βασίζονται οι μεταβιβάσεις, δεν παρέχουν στους servicers την ιδιότητα του «μη δικαιούχου διαδίκου». Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες διαχείρισης ενδέχεται να μην μπορούν να υπογράφουν κατασχετήρια ή να επισπεύδουν πλειστηριασμούς στο όνομά τους.
Λόγω της σοβαρότητας του θέματος, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΣτΕ για την οριστική κρίση.Τέλος, η απόφαση υπογραμμίζει την ανάγκη για διαφάνεια στις συμβάσεις μεταβίβασης. Το δικαστήριο απαιτεί την πλήρη απόδειξη της νομιμοποίησης σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Χωρίς αυτή την απόδειξη, οι πράξεις εκτέλεσης παραμένουν μετέωρες και εκτεθειμένες σε ακύρωση.
2.Πώς φτάσαμε σε αυτή την απόφαση και ποιο ήταν το προηγούμενο καθεστώς;
Για χρόνια, η δικαστηριακή πρακτική είχε παγιωθεί γύρω από την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (1/2023). Εκείνη η απόφαση είχε δώσει το «πράσινο φως» στους servicers να ενεργούν πλειστηριασμούς χρησιμοποιώντας τις διατάξεις του νόμου 3156/2003. Οι τράπεζες και τα funds θεωρούσαν έκτοτε το ζήτημα ληξάν.. Η απόφαση 2260/2025 του ΣτΕ αποτελεί την πρώτη θεσμική «απάντηση» από το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της χώρας. Αμφισβητεί την απόλυτη κυριαρχία της ερμηνείας του Αρείου Πάγου.
Ωστόσο, η νομική κοινότητα συνέχισε να επισημαίνει τις αντιφάσεις μεταξύ των νόμων του 2003 και του 2015. Ο νόμος του 2003 αφορούσε κυρίως την τιτλοποίηση απαιτήσεων για φορολογικούς σκοπούς, ενώ ο νόμος του 2015 προέβλεπε αυστηρότερες προϋποθέσεις για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων. Η σύγχυση αυτών των δύο πλαισίων δημιούργησε το τωρινό πρόβλημα.
Η διαδρομή προς την απόφαση αυτή ξεκίνησε από προσφυγές δανειοληπτών που εντόπισαν ελλείψεις στα νομιμοποιητικά έγγραφα των funds. Οι δικηγόροι υποστήριζαν επίμονα ότι οι servicers δεν μπορούν να ενεργούν ως «πληρεξούσιοι» χωρίς να είναι οι ίδιοι δικαιούχοι της απαίτησης. Το ΣτΕ φαίνεται πλέον να υιοθετεί αυτή την αυστηρή νομική προσέγγιση.
3.Τι σημαίνει ο όρος «ενεργητική νομιμοποίηση» στην αναγκαστική εκτέλεση;
Η ενεργητική νομιμοποίηση είναι η νομική εξουσία που έχει ένα πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) να ζητήσει την προστασία των δικαστηρίων. Στην περίπτωση των δανείων, είναι το δικαίωμα του δανειστή να στραφεί κατά του οφειλέτη. Χωρίς αυτήν, οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια είναι άκυρη από την αρχή.Επομένως,γίνεται αντιληπτό η κρισιμότητα της παραπάνω νομιμοποίησης σε μια σύνθετη διαδικασία,που είναι η αναγκαστική εκτέλεση.
Τα funds είναι συνήθως εταιρείες με έδρα το εξωτερικό που αγοράζουν πακέτα δανείων. Επειδή δεν έχουν υποδομή στην Ελλάδα, ορίζουν τους servicers (εταιρείες διαχείρισης) για να εισπράττουν τα χρήματα. Το ερώτημα που έθεσε το ΣτΕ είναι αν ο servicer μπορεί να κάνει κατάσχεση στο δικό του όνομα ή αν πρέπει να την κάνει το fund. Σαν αποτέλεσμα, αν ο εντολέας του δεν έχει το δικαίωμα να εισπράξει, τότε η κατάσχεση στερείται νόμιμης βάσης.
Αν ένας servicer δεν έχει ενεργητική νομιμοποίηση, δεν μπορεί να υπογράψει την επιταγή προς εκτέλεση. Αυτό το έγγραφο είναι η «αρχή του τέλους» για μια περιουσία, καθώς προηγείται της κατάσχεσης. Αν η υπογραφή είναι παράνομη, τότε όλη η διαδικασία που ακολουθεί καταρρέει σαν χάρτινος πύργος.Συνεπώς, η ενεργητική νομιμοποίηση λειτουργεί ως δικλείδα ασφαλείας για τον πολίτη. Προστατεύει τον οφειλέτη από το να πληρώσει σε κάποιον που δεν είναι ο πραγματικός δανειστής του. Η απόφαση 2260/2025 επαναφέρει την αυστηρότητα σε αυτή την κρίσιμη έννοια.
4.Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του Νόμου 3156/2003 και του Νόμου 4354/2015;
Ο Νόμος 3156/2003 θεσπίστηκε αρχικά για να διευκολύνει την τιτλοποίηση απαιτήσεων, δηλαδή τη μετατροπή δανείων σε ομόλογα. Δεν είχε προβλεφθεί τότε η μαζική διαχείριση κόκκινων δανείων από ιδιωτικές εταιρείες. Οι διατάξεις του είναι πιο χαλαρές όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενημέρωσης του οφειλέτη.Ωστόσο,μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια συμπληρωματικά προς τις λοιπές διατάξεις.
Αντίθετα, ο Νόμος 4354/2015 δημιουργήθηκε μέσα στην κρίση ειδικά για τα κόκκινα δάνεια. Προβλέπει αυστηρές προϋποθέσεις, όπως την υποχρέωση πρότασης ρύθμισης στον δανειολήπτη πριν την πώληση του δανείου. Επίσης, επιβάλλει τη διατήρηση των δικαιωμάτων του οφειλέτη όπως αυτά ίσχυαν με την τράπεζα.Θα λέγαμε ότι πρόκειται για έναν πιο σύγχρονο νόμο,εντός του πνεύματος της εποχής.
Το ΣτΕ στην απόφασή του επισημαίνει ότι δεν μπορεί να γίνεται επιλογή αποσπασματικά των διατάξεις που συμφέρουν κάθε φορά. Αν μια μεταβίβαση γίνει με τον νόμο του 2003, ο servicer δεν αποκτά αυτόματα την ιδιότητα του διαδίκου που δίνει ο νόμος του 2015. Αυτό το νομικό παράδοξο οδηγεί σε ακυρότητα των πράξεων εκτέλεσης.Είναι το σημείο όπου η τυπική νομιμότητα συναντά την ουσιαστική προστασία.
5.Γιατί το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) παρεμβαίνει σε θέματα που μοιάζουν ιδιωτικά;
Αν και οι διαφορές μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών είναι κατ’ αρχήν ιδιωτικές, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης έχει δημόσιο χαρακτήρα. Η κατάσχεση και ο πλειστηριασμός γίνονται με τη συνδρομή της κρατικής εξουσίας (δικαστικοί επιμελητές, αστυνομία). Το κράτος οφείλει να εγγυάται τη νομιμότητα αυτών των πράξεων.Το ΣτΕ παραδοσιακά λειτουργεί ως θεματοφύλακας των συνταγματικών δικαιωμάτων.
Επιπλέον, η μεταβίβαση απαιτήσεων σε funds εμπλέκει φορολογικές απαλλαγές και δημόσια έσοδα. Το ΣτΕ, ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, έχει δικαιοδοσία να κρίνει αν οι πράξεις της διοίκησης ή οι διαδικασίες που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον είναι σύννομες. Η τιτλοποίηση δανείων είναι μια διαδικασία που εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Συχνά, οι δανειολήπτες προσφεύγουν στο ΣτΕ κατά πράξεων που αφορούν τη φορολογική αντιμετώπιση των μεταβιβάσεων ή κατά διοικητικών αδειών των servicers. Σε μια τέτοια περίπτωση προέκυψε και η απόφαση 2260/2025. Το δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει το θεμελιώδες ζήτημα της νομιμοποίησης που επηρεάζει όλο το σύστημα.Υπάρχει επίσης το ζήτημα της ενότητας της έννομης τάξης=Δεν είναι δυνατόν ο Άρειος Πάγος να λέει «ναι» και το ΣτΕ να λέει «όχι» για το ίδιο νομικό ζήτημα.
6.Μπορεί ένας δανειολήπτης να σταματήσει έναν πλειστηριασμό βασιζόμενος σε αυτή την απόφαση;
Η απόφαση 2260/2025 δεν σταματά αυτόματα όλους τους πλειστηριασμούς στην Ελλάδα, αλλά δίνει ένα πανίσχυρο νομικό επιχείρημα. Κάθε δανειολήπτης πρέπει να ασκήσει τα προβλεπόμενα ένδικα μέσα, όπως την ανακοπή, για να προσβάλει τη διαδικασία. Η απόφαση του ΣτΕ λειτουργεί ως «πιλότος» για τα κατώτερα δικαστήρια=δηλαδή, εφόσον η δικαστική κρίση είναι οριστική, τα κατώτερα δικαστήρια δεσμεύονται να κρίνουν παρόμοια στις σχετικές υποθέσεις.
Οι δικηγόροι μπορούν πλέον να επικαλούνται το σκεπτικό του ΣτΕ για να ζητήσουν την αναστολή των πλειστηριασμών. Είναι κρίσιμο να εξεταστεί η σύμβαση διαχείρισης και το έγγραφο μεταβίβασης του συγκεκριμένου δανείου. Αν προκύπτει ότι η μεταβίβαση έγινε με τον νόμο του 2003, τότε η εφαρμογή της απόφασης 2260 είναι άμεση.Με βάση τα παραπάνω,ένας δανειολήπτης έχει το δικαίωμα να αμφισβητήσει την ιδιότητα του servicer ως επισπεύδοντος.
Ωστόσο, επειδή η υπόθεση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του ΣτΕ, υπάρχει μια περίοδος νομικής αβεβαιότητας. Αυτή η αβεβαιότητα συχνά λειτουργεί υπέρ του δανειολήπτη, καθώς τα δικαστήρια τείνουν να «παγώνουν» τις διαδικασίες μέχρι την τελική κρίση.Θα χρειαστεί να αναμείνουμε την γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το συναφές προδικαστικό ερώτημα που υποβλήθηκε εκ μέρους του ΣτΕ
7.Ποια είναι τα «νομικά κενά» στη διαδικασία τιτλοποίησης που εντόπισε το ΣτΕ;
Το βασικό κενό εντοπίζεται στην έλλειψη διαφανούς σύνδεσης μεταξύ της αγοράς του δανείου και της εξουσίας για αναγκαστική εκτέλεση. Το ΣτΕ παρατήρησε ότι πολλές φορές οι servicers παρουσιάζουν περιλήψεις συμβάσεων που δεν αποδεικνύουν την πλήρη μεταβίβαση των δικαιωμάτων. Η γενική αναφορά σε «πακέτα δανείων» δεν αρκεί για να αφαιρεθεί ένα ακίνητο μέσω της διαδικασίας του πλειστηριασμού.
Ένα άλλο κενό αφορά τη φορολογική έδρα και τη νομική προσωπικότητα των funds (εταιρείες ειδικού σκοπού – SPVs). Αυτές οι εταιρείες συχνά δεν έχουν καμία πραγματική παρουσία και δεν υπόκεινται στον έλεγχο των ελληνικών αρχών με τον ίδιο τρόπο που υπόκεινται οι τράπεζες. Αυτό δημιουργεί έλλειμμα λογοδοσίας προς τον δανειολήπτη.Η απόφαση 2260/2025 απαιτεί την επιστροφή στη νομική ακρίβεια, προστατεύοντας τον οφειλέτη από αυθαίρετες ερμηνείες.
Το δικαστήριο στάθηκε επίσης στο θέμα της «διαδοχής». Στο δίκαιο της εκτέλεσης, όταν αλλάζει ο δανειστής, πρέπει να ακολουθείται μια αυστηρή διαδικασία γνωστοποίησης. Πολλά funds παρέλειψαν να κοινοποιήσουν σωστά τις μεταβολές αυτές, θεωρώντας ότι η δημοσίευση σε ένα ηλεκτρονικό μητρώο (ενεχυροφυλακείο) αρκεί.Επιπλέον, το ΣτΕ αμφισβητεί αν ο νόμος του 2003 επιτρέπει τη μεταβίβαση απαιτήσεων που είναι ήδη «επίδικες» ή σε κατάσταση προχωρημένης καθυστέρησης.
8.Τι θα συμβεί αν η Ολομέλεια του ΣτΕ επιβεβαιώσει την απόφαση του Δ΄ Τμήματος;
Αν η Ολομέλεια του ΣτΕ συμφωνήσει με το Δ΄ Τμήμα, θα μιλάμε για μια ολοκληρωτική ανατροπή στο σκηνικό των πλειστηριασμών. Χιλιάδες διαδικασίες εκτέλεσης που βρίσκονται σε εξέλιξη θα κινδυνεύσουν με άμεση ακύρωση. Οι servicers θα υποχρεωθούν να σταματήσουν τις πράξεις τους και να επανεξετάσουν τη νομιμοποίησή τους,ώστε να μην βρεθούν έκθετοι σε αγωγές αποζημίωσης δανειολητπών.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, το κράτος ενδέχεται να χρειαστεί να παρέμβει νομοθετικά για να θεραπεύσει τα κενά. Ωστόσο, μια νομοθετική ρύθμιση που θα «νομιμοποιούσε» αναδρομικά παράνομες πράξεις θα ήταν συνταγματικά ελέγξιμη. Οι δανειολήπτες θα αποκτούσαν πλεονέκτημα στις διαπραγματεύσεις για ρυθμίσεις δανείων.Αντίστοιχα, οι τράπεζες και τα funds θα υποστούν τεράστια πίεση, καθώς η αξία των πακέτων δανείων που αγόρασαν θα μειωθεί.
Επιπλέον, θα ανοίξει ο δρόμος για αγωγές αποζημίωσης από δανειολήπτες που έχασαν τις περιουσίες τους μέσω διαδικασιών που τελικά θα κριθούν παράνομες. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει ένα κύμα δικαστικών διενέξεων με απρόβλεπτες συνέπειες για το χρηματοπιστωτικό σύστημα.Η επικύρωση από την Ολομέλεια θα σημάνει το τέλος της εποχής των «ανεξέλεγκτων πλειστηριασμών». Θα επιβάλει έναν νέο κώδικα δεοντολογίας και νομιμότητας, όπου ο σεβασμός στο νόμο θα είναι πάνω από την ταχύτητα της είσπραξης.
9.Πώς συνδέεται η απόφαση του ΣτΕ με την πρόσφατη κρίση του Αρείου Πάγου για τους τόκους στον Νόμο Κατσέλη;
Η απόφαση 2260/2025 του ΣτΕ και η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τον εκτοκισμό των δανείων του Νόμου Κατσέλη (Ν. 3869/2010) αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: της επιβολής διαφάνειας στις τράπεζες και τα funds. Ενώ το ΣτΕ πλήττει την «καρδιά» της νομιμοποίησης των servicers, ο Άρειος Πάγος έρχεται να βάλει φρένο στους αυθαίρετους υπολογισμούς τόκων που εκτίνασσαν τις οφειλές. Η σύγκλιση αυτών των δύο ανωτάτων δικαστηρίων δημιουργεί ένα νέο, ισχυρό δίχτυ ασφαλείας για τους πολίτες.
Συγκεκριμένα, ο Άρειος Πάγος έκρινε πρόσφατα ότι ο υπολογισμός των τόκων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας στον Νόμο Κατσέλη δεν μπορεί να γίνεται με όρους που εξοντώνουν τον δανειολήπτη, αλλά πρέπει να ακολουθεί αυστηρά το επιτόκιο αναφοράς. Αυτό σημαίνει ότι πολλά funds, που προσπαθούσαν να επιβάλουν παράνομους ή εξωπραγματικούς τόκους κατά την περίοδο της ρύθμισης, βρίσκονται πλέον έκθετα. Η σύνδεση είναι σαφής: αν ένας servicer δεν έχει νομιμοποίηση (βάσει ΣτΕ) και ταυτόχρονα ζητά παράνομους τόκους (βάσει Α.Π.), η διαδικασία εκτέλεσης καθίσταται διπλά άκυρη.
Αυτή η νομολογιακή στροφή αναδεικνύει μια συνολική αλλαγή στάσης της δικαιοσύνης απέναντι στις πρακτικές των εταιρειών διαχείρισης. Τα funds συχνά χρησιμοποιούσαν την ασάφεια των νόμων για να μεγιστοποιήσουν το κέρδος τους, είτε επισπεύδοντας πλειστηριασμούς χωρίς σωστά χαρτιά, είτε «φουσκώνοντας» τις δόσεις των ρυθμισμένων δανείων. Πλέον, ο δανειολήπτης έχει στα χέρια του δύο πανίσχυρα νομικά εργαλεία για να αμφισβητήσει την ουσία και το ύψος της απαίτησης.
10. Ποια είναι η «επόμενη μέρα» για τους δανειολήπτες μετά από αυτές τις δικαστικές εξελίξεις;
Η επόμενη μέρα απαιτεί στρατηγική ψυχραιμία και άμεσο έλεγχο όλων των εκκρεμών υποθέσεων. Οι δανειολήπτες που βρίσκονται σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης ή έχουν δικαστικές αποφάσεις του Νόμου Κατσέλη πρέπει να προχωρήσουν σε «νομικό και λογιστικό έλεγχο» των οφειλών τους. Δεν αρκεί πλέον μόνο η γνώση των οφειλών, αλλά πρέπει να εξετάζεται πλέον αν ο επισπεύδων την κατάσχεση έχει νομιμοποίηση προς τούτο.
Η απόφαση 2260/2025 του ΣτΕ ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την άσκηση ανακοπών που στηρίζονται στην έλλειψη νομιμοποίησης, ειδικά αν το δάνειο μεταβιβάστηκε με τον νόμο του 2003. Παράλληλα, η κρίση του Αρείου Πάγου για τους τόκους επιτρέπει στους δανειολήπτες του Νόμου Κατσέλη να ζητήσουν ανακαθορισμό των δόσεων τους, αν διαπιστώσουν ότι οι τράπεζες χρεώνουν παραπάνω από όσα ορίζει ο νόμος. Είναι μια στιγμή συνολικής επαναδιαπραγμάτευσης των χρεών με όρους δικαιοσύνης.
Συμπερασματικά, το 2025 και το 2026 σηματοδοτούν μια στροφή προς την προστασία του δανειολήπτη από τις καταχρηστικές πρακτικές. Ο νομικός κόσμος οφείλει να είναι έτοιμος να αξιοποιήσει το «όπλο» της 2260/2025 του ΣτΕ και τη νέα νομολογία του Αρείου Πάγου για να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις. Η δικαιοσύνη μίλησε· τώρα είναι η σειρά των δανειοληπτών να διεκδικήσουν το δίκιο τους με σοβαρότητα και τεκμηρίωση.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.
Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος
Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.

