Η σταδιακή επέκταση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας στο σύνολο της ελληνικής αγοράς εργασίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών, επηρεάζοντας άμεσα την καθημερινότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και εργαζομένων. Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή του μέτρου ανέδειξε λειτουργικές δυσκαμψίες, οι οποίες οδήγησαν στην ψήφιση του πρόσφατου Νόμου 5239/2025 και σε καίριες τροποποιήσεις του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025). Οι νέες διατάξεις εισάγουν για πρώτη φορά θεσμούς όπως η ευέλικτη προσέλευση έως 120 λεπτά, ο σαφής νομικός προσδιορισμός του χρόνου προετοιμασίας, καθώς και ένα πλαίσιο ανοχής για τις εκ παραδρομής μονές σημάνσεις. Στο παρόν άρθρο, το γραφείο μας κωδικοποιεί τις αλλαγές αυτές μέσα από 10 κρίσιμες ερωτήσεις και απαντήσεις, προσφέροντας την απαραίτητη νομική καθοδήγηση για την πλήρη συμμόρφωση των επιχειρήσεων και την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων.
1.Ποιοι κλάδοι επιχειρήσεων υποχρεούνται να εφαρμόζουν την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας και ποιο είναι το νομικό πλαίσιο που τη διέπει;
Η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας αποτελεί πλέον τον κεντρικό πυλώνα ελέγχου της εργασιακήνς καθημερινότητας στην ελληνική έννομη τάξη. Με βάση τις προβλέψεις του άρθρου 580 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025), ο οποίος κωδικοποίησε διατάξεις του Ν. 4808/2021, η εφαρμογή της επεκτείνεται σταδιακά στο σύνολο σχεδόν της ιδιωτικής οικονομίας.
Η διαδικασία ένταξης των επιχειρήσεων πραγματοποιείται με βάση τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (ΚΑΔ). Ήδη, το σύστημα εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε κλάδους όπως οι τράπεζες, τα σούπερ μάρκετ, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι εταιρείες φύλαξης (security), οι ΔΕΚΟ, το λιανικό εμπόριο, η βιομηχανία, και πλέον επεκτείνεται στον τουρισμό και την εστίαση.
Οι εργοδότες των κλάδων αυτών υποχρεούνται να διαθέτουν και να λειτουργούν ένα ηλεκτρονικό σύστημα μέτρησης του χρόνου εργασίας των υπαλλήλων τους. Το σύστημα αυτό πρέπει να είναι άμεσα συνδεδεμένο και διαλειτουργικό, σε πραγματικό χρόνο (real-time), με το Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ.Σκοπός του νομοθέτη είναι η διαφανής αποτύπωση των ωρών απασχόλησης, η πάταξη της υποδηλωμένης εργασίας και η διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων, καθιστώντας παράλληλα πιο αποτελεσματικό το ελεγκτικό έργο της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας.
2.Τι αλλάζει με τον πρόσφατο Νόμο 5239/2025 αναφορικά με την Ψηφιακή Κάρτα και τον Κώδικα Εργατικού Δικαίου;
Ο πρόσφατος Νόμος 5239/2025 επέφερε καίριες τροποποιήσεις στο άρθρο 580 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου, με στόχο να επιλύσει πρακτικά προβλήματα που είχαν ανακύψει κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής του μέτρου. Οι αλλαγές αυτές εισάγουν νέες παραγράφους (2Α, 2Β και 2Γ), ρυθμίζοντας ζητήματα που ταλαιπωρούσαν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους εργαζόμενους.
Η φιλοσοφία των νέων διατάξεων επικεντρώνεται στην εισαγωγή μεγαλύτερης ευελιξίας, χωρίς όμως να απομειώνεται η προστασία του εργαζομένου. Αναγνωρίζεται πλέον νομοθετικά ότι η αυστηρή, μέχρι λεπτού, ταύτιση της ψηφιακής σήμανσης με το δηλωθέν ωράριο δεν ανταποκρινόταν πάντα στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας μιας επιχείρησης.
Με τις νέες ρυθμίσεις θεσμοθετείται η έννοια της “ευέλικτης προσέλευσης”, καθορίζονται με σαφήνεια τα όρια του “χρόνου προετοιμασίας” των εργαζομένων και εισάγεται ένα πλαίσιο ανοχής για τις λεγόμενες “μονές σημάνσεις” (όταν δηλαδή ξεχνιέται η σήμανση εισόδου ή εξόδου).Πλέον, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί διαθέτουν σαφή αντικειμενικά κριτήρια για το πότε μια αναντιστοιχία χρόνου συνιστά παράβαση και πότε αποτελεί δικαιολογημένη λειτουργική ανάγκη.
3.Τι είναι η «ευέλικτη προσέλευση» των 120 λεπτών και πώς εφαρμόζεται νόμιμα;
Η εισαγωγή της παραγράφου 2Α στο άρθρο 580 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου θεσπίζει τη δυνατότητα συμφωνίας για ευέλικτη προσέλευση του εργαζομένου στην εργασία του. Το χρονικό αυτό περιθώριο μπορεί να φτάσει μέχρι και τα εκατόν είκοσι (120) λεπτά ημερησίως, προσφέροντας σημαντική διευκόλυνση στη διαχείριση του χρόνου.Είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι η ευέλικτη προσέλευση αφορά αποκλειστικά το διάστημα από τη δηλωθείσα έναρξη του ωραρίου και μετά.
Ωστόσο, για τη νόμιμη εφαρμογή της ευέλικτης προσέλευσης, ο νόμος θέτει μια αυστηρή τυπική προϋπόθεση: απαιτείται η ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου (π.χ. μέσω τροποποιητικής σύμβασης εργασίας ή σχετικού όρου στην αρχική σύμβαση). Η μονομερής επιβολή της από οποιοδήποτε μέρος είναι παράνομη. Δεν επιτρέπεται, δηλαδή, μέσω αυτής της διάταξης, η προσέλευση του εργαζομένου νωρίτερα από το δηλωμένο ωράριο, καθώς αυτό θα συνιστούσε παράνομη παροχή εργασίας εκτός ωραρίου.
Όταν υφίσταται τέτοια έγγραφη συμφωνία, ο εργαζόμενος μπορεί να ξεκινήσει την εργασία του από τη δηλωθείσα έναρξη του ωραρίου στην ψηφιακή οργάνωση και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο εντός των επόμενων 120 λεπτών. Αντίστοιχα, το ωράριο λήξης μετακινείται αναλογικά προς τα εμπρός, ώστε να συμπληρωθεί ο συμβατικός χρόνος απασχόλησης.
4.Πώς ορίζεται νομικά ο «χρόνος προετοιμασίας» του εργαζομένου και γιατί δεν θεωρείται χρόνος εργασίας;
Μία από τις πιο σημαντικές και ξεκάθαρες διευκρινίσεις του νέου νόμου αφορά τον χρόνο προετοιμασίας των εργαζομένων. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου, ο χρόνος που απαιτείται για να προσέλθει ο εργαζόμενος στις εγκαταστάσεις, να αλλάξει ενδυμασία ή να μεταβεί στη θέση του, δεν αποτελεί χρόνο εργασίας.Ο χρόνος εργασίας ξεκινά από τη στιγμή που ο εργαζόμενος είναι έτοιμος να εκτελέσει τα καθήκοντά του και βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη.
Η νέα παράγραφος 2Β έρχεται να αποτυπώσει αυτή τη νομολογιακή παραδοχή στο κείμενο του νόμου, βάζοντας τέλος στις αμφισβητήσεις κατά τη σήμανση της κάρτας.Ως χρόνος προετοιμασίας ορίζονται ενδεικτικά η είσοδος στην περιοχή των εγκαταστάσεων της επιχείρησης, η αλλαγή ενδυμασίας (εφόσον απαιτείται ειδική στολή ή μέσα ατομικής προστασίας), η μετάβαση στη συγκεκριμένη θέση παροχής εργασίας, καθώς και το πλύσιμο ή η καθαριότητα μετά την ολοκλήρωσή της.
Συνεπώς, κατά το διάστημα αυτό ο εργαζόμενος δεν παράγει έργο, αλλά προβαίνει στις απαραίτητες προπαρασκευαστικές ενέργειες. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης έκρινε ότι η σήμανση της κάρτας πρέπει να διαχωρίζεται από αυτές τις δραστηριότητες, ώστε να αποτυπώνεται ο πραγματικός χρόνος απασχόλησης.Η παραπάνω επιλογή αποβαίνει και προς το συμφέρον του εργαζόμενου,καθώς διαχωρίζεται με αυτόν τον τρόπο ο διαθέσιμος χρόνος διαλείμματος του.
5.Ποια είναι τα ακριβή χρονικά όρια προετοιμασίας στη Βιομηχανία και στους λοιπούς κλάδους;
Η παράγραφος 2Β του άρθρου 580 εισάγει έναν σαφή διαχωρισμό των χρονικών ορίων προετοιμασίας, αναγνωρίζοντας τις διαφορετικές λειτουργικές ανάγκες των διαφόρων κλάδων της οικονομίας. Η διάκριση γίνεται με βάση τον κύριο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (ΚΑΔ) της επιχείρησης, και έτσι ο εργαζόμενος έχει αυτό το συγκεκριμένο περιθώριο να εισέλθει, να ετοιμαστεί και να χτυπήσει την κάρτα του, χωρίς η πρόωρη είσοδός του στο κτίριο να θεωρείται παράνομη υπερωρία ή εργασία εκτός ωραρίου.
Για τις επιχειρήσεις που ανήκουν στον κλάδο της βιομηχανίας, ο χρόνος προετοιμασίας ορίζεται ως μεγαλύτερος, καθώς οι απαιτήσεις (π.χ. ένδυση με βαριές στολές ασφαλείας, μετακίνηση σε μεγάλες εργοστασιακές εγκαταστάσεις) είναι αυξημένες. Έτσι, το όριο προετοιμασίας στη βιομηχανία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριάντα (30) λεπτά πριν από την έναρξη και τα τριάντα (30) λεπτά μετά τη λήξη της εργασίας.
Αντίθετα, για όλους τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας (όπως το λιανικό εμπόριο, οι υπηρεσίες, οι τράπεζες κ.λπ.), ο χρόνος προετοιμασίας είναι σαφώς μικρότερος. Στις περιπτώσεις αυτές, το νόμιμο όριο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δέκα (10) λεπτά πριν από την έναρξη της εργασίας και τα δέκα (10) λεπτά μετά τη λήξη της.Επί της ουσίας, τα παραπάνω χρονικά όρια λειτουργούν ως “κόφτες”.
6.Πότε ακριβώς πρέπει να γίνεται η σήμανση («χτύπημα») της Ψηφιακής Κάρτας κατά την είσοδο και έξοδο;
Με βάση το νέο νομικό πλαίσιο, η σήμανση της Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας πρέπει να ακολουθεί μια πολύ συγκεκριμένη αλληλουχία ενεργειών, η οποία συνδέεται άμεσα με τον χρόνο προετοιμασίας που αναλύσαμε παραπάνω. Ο νόμος ορίζει ρητά τα χρονικά σημεία σήμανσης.Κατά την προσέλευση, η σήμανση της κάρτας πρέπει να πραγματοποιείται κατά την έναρξη του δηλωθέντος ωραρίου και μετά την ολοκλήρωση του χρόνου προετοιμασίας προς ανάληψη εργασίας.
Δηλαδή, ο εργαζόμενος μπαίνει, αλλάζει, πηγαίνει στο πόστο του και τότε χτυπάει την κάρτα του για να ξεκινήσει η καταγραφή του χρόνου εργασίας.Αντίστοιχα, κατά την αποχώρηση, η σήμανση της κάρτας πρέπει να πραγματοποιείται κατά τη λήξη του δηλωθέντος ωραρίου και πριν από την έναρξη του χρόνου προετοιμασίας προς αποχώρηση. Ο εργαζόμενος δηλαδή χτυπάει πρώτα την κάρτα του ότι τελείωσε την εργασία, και μετά πηγαίνει να αλλάξει ρούχα ή να πλυθεί για να αποχωρήσει.
Το περιθώριο αυτό κρίθηκε από τον νομοθέτη ως απολύτως εύλογο για όλους τους κλάδους, ώστε να καλύπτονται περιπτώσεις όπου ο εργαζόμενος φτάνει λίγο νωρίτερα στον χώρο εργασίας και απλώς αναμένει τη θεσμική έναρξη του ωραρίου του, αποφεύγοντας άδικα πρόστιμα για τις επιχειρήσεις.Η συμβολή δε της παραπάνω νομοθετικής τροποποίησης αναμένεται να φανεί στην πράξη αρκετά σύντομα.
7.Τι συμβαίνει εάν ένας εργαζόμενος απασχολείται πραγματικά κατά τον «χρόνο προετοιμασίας»;Ποιες είναι οι κυρώσεις;
Η θέσπιση του χρόνου προετοιμασίας δεν αποτελεί “λευκή επιταγή” για τους εργοδότες ώστε να απασχολούν το προσωπικό τους εκτός ωραρίου. Ο νόμος είναι εξαιρετικά αυστηρός: εάν κατά τον χρόνο προετοιμασίας (τα 10 ή 30 λεπτά) διαπιστωθεί ότι ο εργαζόμενος απασχολείται πραγματικά, η επιχείρηση αντιμετωπίζει βαρύτατες συνέπειες.Εντούτοις,η απλή παρουσία του εργαζομένου στο χώρο δεν αρκεί για την επιβολή προστίμου, αν δεν αποδεικνύεται η απασχόλησή του.
Σε περίπτωση που ο ελεγκτικός μηχανισμός της Επιθεώρησης Εργασίας εντοπίσει εργαζόμενο να παρέχει κανονικά εργασία (π.χ. να εξυπηρετεί πελάτη, να χειρίζεται μηχανήματα) κατά τον χρόνο που έχει δηλωθεί ως προετοιμασία, επιβάλλονται άμεσα οι διοικητικές κυρώσεις και τα πρόστιμα που προβλέπονται από το άρθρο 572 του Κώδικα Εργατικού Δικαίου.
Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα των ελέγχων, ο νόμος θέτει μια σημαντική υποχρέωση στα ελεγκτικά όργανα. Για την επιβολή του προστίμου απαιτείται επαρκής και πλήρης αιτιολόγηση στην πράξη επιβολής της κύρωσης.Το ελεγκτικό όργανο οφείλει να καταγράψει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που αποδεικνύουν αναμφισβήτητα ότι ο εργαζόμενος παρείχε πραγματική εργασία και δεν βρισκόταν σε κατάσταση αναμονής ή προετοιμασίας.
8.Επιτρέπονται ευνοϊκότερες ιδιωτικές συμφωνίες για τον χρόνο προετοιμασίας και πώς επηρεάζουν τη σύμβαση;
Στο εργατικό δίκαιο ισχύει παραδοσιακά η “αρχή της εύνοιας” προς τον εργαζόμενο. Το νέο πλαίσιο για την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Η παράγραφος 2Β προβλέπει ρητά ότι επιτρέπονται τυχόν ευνοϊκότερες συμφωνίες για τον εργαζόμενο.Φυσικά,οι παραπάνω συμφωνίες μπορούν να αφορούν τον τρόπο κατανομής του χρόνου εργασίας καθώς και τα διαστήματα ανάπαυσης ανάμεσα στην εργασία.
Αυτό σημαίνει ότι ο εργοδότης και ο εργαζόμενος μπορούν, μέσω της ατομικής σύμβασης εργασίας ή μέσω Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων, να συμφωνήσουν ότι ο χρόνος προετοιμασίας θα θεωρείται και θα αμείβεται ως κανονικός χρόνος εργασίας.Αντίθετα, οποιαδήποτε συμφωνία θα επιχειρούσε να μειώσει τα δικαιώματα του εργαζομένου ή να επεκτείνει τον χρόνο προετοιμασίας πέραν των νόμιμων ορίων χωρίς αμοιβή, θα ήταν απολύτως άκυρη.
Αν υπάρξει τέτοια ευνοϊκότερη συμφωνία, ο χρόνος που δαπανά ο εργαζόμενος για να αλλάξει στολή ή να μεταβεί στο πόστο του προσμετράται στο ημερήσιο ωράριό του. Σε αυτή την περίπτωση, η σήμανση της κάρτας θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα, ώστε να αποτυπώνει τη συμβατική αυτή επιλογή.Νομικά, μια τέτοια συμφωνία υπερισχύει των γενικών ορίων του νόμου (των 10 ή 30 λεπτών), καθώς βελτιώνει τη θέση του εργαζομένου.
9.Τι προβλέπει ο νόμος για τις «μονές σημάνσεις» (παράλειψη χτυπήματος) λόγω αμέλειας του εργαζομένου;
Ένα από τα συχνότερα προβλήματα στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων ήταν οι “μονές σημάνσεις”, όταν δηλαδή ένας εργαζόμενος, είτε από κούραση είτε από αμέλεια, ξεχνούσε να χτυπήσει την κάρτα του κατά την είσοδο ή, συχνότερα, κατά την έξοδο από την εργασία.Η νέα παράγραφος 2Γ του άρθρου 580 εισάγει μια πολύτιμη “βαλβίδα ασφαλείας” για τις επιχειρήσεις.
Έτσι, ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που η έλλειψη σήμανσης οφείλεται σε εκ παραδρομής ενέργεια ή αμέλεια του εργαζομένου, γίνονται αποδεκτά μέχρι τρία (3) μονά χτυπήματα τον μήνα ανά εργαζόμενο.Αυτό σημαίνει ότι αν η Επιθεώρηση Εργασίας διενεργήσει έλεγχο και εντοπίσει μέχρι 3 τέτοιες παραλείψεις μέσα στον ίδιο μήνα για τον ίδιο εργαζόμενο, δεν θα επιβάλει άμεσα το προβλεπόμενο τσουχτερό διοικητικό πρόστιμο. Αντίθετα, η διαπίστωση αυτή θα συνεπάγεται απλώς τη διατύπωση σύστασης προς τον εργοδότη.
Η ρύθμιση αυτή προστατεύει τις επιχειρήσεις από το να τιμωρούνται για ανθρώπινα λάθη των υπαλλήλων τους. Φυσικά, αν οι μονές σημάνσεις υπερβαίνουν τις 3 ή αν δεν δικαιολογούνται από τη φύση της εργασίας ή από ανωτέρα βία, ο εργοδότης παραμένει έκθετος σε κυρώσεις, εκτός αν αποδείξει αντικειμενική αδυναμία σήμανσης.Το κατά πόσο μπορεί να αποδειχθεί τέτοια αδυναμία σήμανσης δεν δύναται να απαντηθεί ευθέως αλλά εξαρτάται από την εκάστοτε περίπτωση.
10.Ποιος φέρει την τελική νομική ευθύνη για την ορθή χρήση της Ψηφιακής Κάρτας;
Από νομικής άποψης, η τελική και αποκλειστική ευθύνη για την τήρηση των διατάξεων περί Ψηφιακής Κάρτας Εργασίας βαρύνει τον εργοδότη. Ο νόμος αντιμετωπίζει την επιχείρηση ως τον εγγυητή της εφαρμογής του συστήματος, καθώς αυτή διαθέτει τη διευθυντική εξουσία και τα μέσα ελέγχου.Ο εργοδότης δεν μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του επικαλούμενος απλώς ότι “ο εργαζόμενος αρνήθηκε ή ξέχασε να χτυπήσει την κάρτα”.
Ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να εγκαταστήσει τον κατάλληλο εξοπλισμό, να εκπαιδεύσει το προσωπικό του και να ασκεί τον απαιτούμενο έλεγχο για την ορθή χρήση του συστήματος.Σε περίπτωση ελέγχου, εάν εντοπιστούν παραβάσεις (πέραν του ορίου των 3 μονών σημάνσεων ή εκτός των ορίων προετοιμασίας), το πρόστιμο καταλογίζεται απευθείας στην επιχείρηση.
Συνεπώς,ο εργοδότης είναι αυτός που θα κληθεί να καταβάλει τις διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες μάλιστα είναι ιδιαίτερα υψηλές.Για τον λόγο αυτό, συνιστάται στις επιχειρήσεις να θεσπίζουν σαφείς εσωτερικούς κανονισμούς εργασίας και γραπτές οδηγίες προς το προσωπικό. Με τον τρόπο αυτό, ο εργοδότης μπορεί να αποδείξει ότι έλαβε όλα τα απαραίτητα μέτρα και, αν χρειαστεί, να ασκήσει τον πειθαρχικό έλεγχο που του επιτρέπει ο νόμος απέναντι σε έναν συστηματικά αμελή εργαζόμενο.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.
Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος
Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.
