Η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για τη σώρευση συντάξεων:Τι ισχύει τελικά με την εθνική σύνταξη;

Η πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ για τη σώρευση συντάξεων:Τι ισχύει τελικά με την εθνική σύνταξη;

Η πρόσφατη, βαρυσήμαντη απόφαση ΣτΕ Α΄ 7μ. 699/2026 ανατρέπει τα μέχρι σήμερα δεδομένα στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης, φέρνοντας στο προσκήνιο τις ευαίσθητες ισορροπίες γύρω από τη σώρευση συντάξεων. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο κλήθηκε να επιλύσει έναν δυσεπίλυτο γρίφο που αφορά χιλιάδες συμπολίτες μας: το κατά πόσο είναι νόμιμη η παράλληλη είσπραξη δεύτερης εθνικής σύνταξης, κυρίως στις περιπτώσεις όπου ένας συνταξιούχος λαμβάνει ταυτόχρονα σύνταξη γήρατος και σύνταξη λόγω θανάτου (χηρείας). Η ολική ακύρωση της σχετικής υπουργικής εγκυκλίου ως «νομικά ανυπόστατης» στερεί από τον ΕΦΚΑ το εργαλείο με το οποίο μετέτρεπε τις υπερβάλλουσες παροχές σε «προσωπικές διαφορές», δημιουργώντας ένα πρωτοφανές νομικό κενό και προκαλώντας έντονη ανησυχία για ενδεχόμενες αιφνιδιαστικές περικοπές. Καθώς υπάρχει το ενδεχόμενο να έρθει άμεσα ρητή νομοθετική διάταξη στη Βουλή για την προστασία των δικαιούχων, το γραφείο μας αποκωδικοποιεί τις δαιδαλώδεις προεκτάσεις της δικαστικής αυτής κρίσης.Μέσα από 10 εξειδικευμένες ερωτήσεις και απαντήσεις, αναλύουμε με επιστημονική ακρίβεια τι ακριβώς αλλάζει στις συντάξεις, πώς επηρεάζεται το δεδικασμένο των εκκρεμών δικών και πώς μπορείτε να προστατεύσετε αποτελεσματικά τα δικαιώματά σας.

1.Ποιο είναι το βασικό νομικό ζήτημα που κρίθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο;

Το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε να ερμηνεύσει τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016 (γνωστού ως Νόμου Κατρούγκαλου). Η συγκεκριμένη διάταξη ορίζει ρητά ότι «σε περίπτωση σώρευσης συντάξεων χορηγείται μία εθνική σύνταξη». Το δικαστήριο εξέτασε αν ο περιορισμός αυτός καταλαμβάνει οριζόντια όλες τις περιπτώσεις ή αν επιδέχεται εξαιρέσεων.

Το επίκεντρο της δικαστικής διαμάχης αφορούσε το αν ο περιορισμός αυτός εφαρμόζεται και στην περίπτωση που ένας ασφαλισμένος λαμβάνει ταυτόχρονα σύνταξη λόγω θανάτου (χηρείας) και σύνταξη εξ ιδίου δικαιώματος (γήρατος ή αναπηρίας). Η Διοίκηση είχε επιχειρήσει με εγκυκλίους να εξομαλύνει τις περικοπές, προκαλώντας όμως νομική αβεβαιότητα ως προς τη συμβατότητα των ενεργειών της με το γράμμα του νόμου.

Με την προσφυγή των σωματείων συνταξιούχων, το ΣτΕ έπρεπε να αποφανθεί αν η σχετική υπουργική εγκύκλιος αποτελούσε μια απλή, νόμιμη ερμηνευτική οδηγία προς τον ΕΦΚΑ ή αν, αντιθέτως, εισήγαγε παράνομα νέους κανονιστικούς κανόνες δικαίου, υποκαθιστώντας τον κοινό νομοθέτη.Η σχετική κρίση θα απέβαινε κρίσιμη,καθώς επ’ αυτής στηρίζεται και η νομιμότητα των περικοπών των συντάξεων.

2.Ποια ήταν η ουσιαστική κρίση του ΣτΕ ως προς τη σώρευση συντάξεων και το δικαίωμα στη δεύτερη εθνική σύνταξη;

Το ΣτΕ έκρινε κατά πλειοψηφία ότι, βάσει της αδιάστικτης γραμματικής διατύπωσης του νόμου, ο καθιερούμενος κανόνας δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Συνεπώς, επί σώρευσης συντάξεων στο ίδιο πρόσωπο, χορηγείται μόνο μία εθνική σύνταξη. Ο περιορισμός αυτός ισχύει ανεξαρτήτως της αιτίας ή του αριθμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που έχουν θεμελιωθεί.

Το δικαστήριο υπογράμμισε ότι ούτε στην οικεία αιτιολογική έκθεση του νόμου υφίσταται κάποια διάκριση ή αναφορά σε τυχόν απόκλιση από τον κανόνα αυτόν. Αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να εισαγάγει μια ευνοϊκή εξαίρεση ειδικά για τις περιπτώσεις της παράλληλης λήψης σύνταξης λόγω θανάτου και εξ ιδίου δικαιώματος, όφειλε να το πράξει με ρητή και ειδική διάταξη στο σώμα του νόμου.

Συνεπώς, η δικαστική κρίση επιβεβαίωσε ότι ο περιορισμός συνεπάγεται αναπόφευκτα μείωση στο συνολικό ποσό (άθροισμα) των επιμέρους σωρευόμενων εθνικών συντάξεων, εφόσον αυτό υπερβαίνει το νόμιμο πλαφόν (π.χ. το όριο των 384 ευρώ που προέβλεπε αρχικά ο νόμος), στερώντας από τους δικαιούχους τη δυνατότητα να εισπράττουν δύο αυτοτελή ακέραια ποσά εθνικής σύνταξης.

3.Με ποιο σκεπτικό το ΣτΕ προχώρησε τελικά στην ακύρωση της σχετικής εγκυκλίου της Διοίκησης;

Παρά το γεγονός ότι το ΣτΕ συμφώνησε με την ερμηνεία της Διοίκησης ότι ο νόμος επιτρέπει μόνο μία εθνική σύνταξη, προχώρησε στην ολική ακύρωση των προσβαλλόμενων μερών της εγκυκλίου. Το δικαστήριο έκρινε ότι η πράξη αυτή, αν και έφερε τον τίτλο της «εγκυκλίου», στην πραγματικότητα δεν περιορίστηκε στην απλή ερμηνεία και αποσαφήνιση του νόμου, αλλά εισήγαγε το πρώτον νέες κανονιστικές ρυθμίσεις.

Ως εκ τούτου, επειδή η εγκύκλιος απέκτησε ουσιαστικό κανονιστικό χαρακτήρα, η Διοίκηση είχε την υποχρέωση να τη δημοσιεύσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) για να αποκτήσει νόμιμη υπόσταση. Από τη στιγμή που η πράξη αναρτήθηκε αποκλειστικά στον ιστότοπο «ΔΙΑΥΓΕΙΑ», κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ως νομικά ανυπόστατη.

Η ακύρωση αποφασίστηκε από το ΣτΕ τόσο για λόγους διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου όσο και λόγω της διαπιστωθείσας παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Η Διοίκηση ενήργησε καθ’ υπερβαση εξουσίας, καθώς εξέδωσε μια κανονιστική πράξη χωρίς να διαθέτει την απαραίτητη και ειδική νομοθετική εξουσιοδότηση από τον νόμο.

4.Ποιες ήταν οι συγκεκριμένες «νέες ρυθμίσεις» που προσπάθησε να εισαγάγει η εγκύκλιος και κρίθηκαν παράνομες;

Η ακυρωθείσα εγκύκλιος επιχείρησε να ρυθμίσει αυθαίρετα δύο αυτοτελή νομικά ζητήματα, τα οποία συνέχονταν αναγκαίως μεταξύ τους. Το πρώτο αφορούσε το μέλλον και το δεύτερο το παρελθόν. Συγκεκριμένα, η Διοίκησε προσπάθησε να διαχειριστεί τις έννομες σχέσεις των συνταξιούχων με τρόπο που δεν προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου.Ο αντιφατικός τρόπος ρύθμισης έγινε εμφανής και στην πρακτική εφαρμογή των ρυθμίσεων.

Για το μέλλον, η εγκύκλιος όριζε ότι τα οικονομικά αποτελέσματα του περιορισμού της μίας εθνικής σύνταξης (δηλαδή η απαγόρευση υπέρβασης του ορίου) θα άρχιζαν να εφαρμόζονται αποκλειστικά από την ημερομηνία της δημοσίευσής της και μετά, αφορώντας μόνο τις νέες συντάξεις που θα σωρεύονταν. Η μετάθεση αυτή του χρόνου επέλευσης των αποτελεσμάτων κρίθηκε παράνομη, καθώς οι ερμηνευτικές εγκύκλιοι οφείλουν να ανατρέχουν στο χρόνο έναρξης ισχύος του ίδιου του νόμου.

Για το παρελθόν, η εγκύκλιος εισήγαγε μια ακόμη πιο σύνθετη ρύθμιση για τις ήδη χορηγηθείσες εθνικές συντάξεις, στις οποίες ο ΕΦΚΑ, εφαρμόζοντας παλαιότερες οδηγίες, δεν είχε επιβάλει τον περιορισμό. Η εγκύκλιος προέβλεπε τη διατήρηση των ποσών αυτών στο ίδιο ύψος, ορίζοντας ότι το υπερβάλλον ποσό που δινόταν παράνομα θα αποτυπωνόταν στις εκκαθαρίσεις των συνταξιούχων ως «προσωπική διαφορά».

5.Πώς έκρινε το ΣτΕ την απόπειρα της Διοίκησης να μετατρέψει τη δεύτερη εθνική σύνταξη σε «προσωπική διαφορά»;

Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο απέρριψε πλήρως τη νομική μεθοδολογία της Διοίκησης, ξεκαθαρίζοντας ότι η μετατροπή του υπερβάλλοντος ποσού της εθνικής σύνταξης σε «προσωπική διαφορά» στερείται παντελώς νόμιμου ερείσματος. Το δικαστήριο τόνισε ότι η Διοίκηση δεν μπορεί να εφευρίσκει νομικές έννοιες για να καλύψει δικά της σφάλματα.

Το ΣτΕ ανέλυσε τα άρθρα 14 και 33 του ν. 4387/2016, στα οποία η εγκύκλιος προσπάθησε να στηριχθεί. Η δικαστική κρίση αποφάνθηκε ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις αφορούν αποκλειστικά τη γενική αναπροσαρμογή του συνόλου των νόμιμων συντάξεων της χώρας και τη διατήρηση των διαφορών που προκύπτουν από το νέο τρόπο υπολογισμού, και όχι τη διατήρηση καταβολής ποσών που χορηγήθηκαν εξ αρχής εσφαλμένα.

Κατά συνέπεια, το υπερβάλλον αυτό ποσό αποτελεί στην πραγματικότητα μια «αχρεωστήτως καταβληθείσα» παροχή λόγω κακής εφαρμογής του νόμου από τα όργανα του ΕΦΚΑ. Η προσπάθεια «νομιμοποίησής» του μέσω της τεχνητής απεικόνισης ως προσωπικής διαφοράς κρίθηκε ως μια πρωτογενής κανονιστική ρύθμιση που ξεπερνούσε τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας.

6.Ποιοι ήταν οι ισχυρισμοί της Διοίκησης περί «χρηστής διοίκησης» και γιατί απορρίφθηκαν;

Η πλευρά του Δημοσίου και του ΕΦΚΑ προσπάθησε να αμυνθεί στο δικαστήριο επικαλούμενη τις θεμελιώδεις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου. Ισχυρίστηκε ότι η ρύθμιση για τη διατήρηση των ποσών ως προσωπική διαφορά υπαγορεύθηκε από την αρχή της χρηστής διοίκησης και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη.Παλαιότερα οι ίδιοι ισχυρισμοί είχαν ως επιχείρημα το δημόσιο συμφέρον και την προστασία του.

Σύμφωνα με το έγγραφο απόψεων της Διοίκησης, στόχος ήταν να μην επιβαρυνθούν αιφνιδιαστικά χιλιάδες χαμηλοσυνταξιούχοι με την υποχρέωση αναδρομικής επιστροφής μεγάλων χρηματικών ποσών, τα οποία είχαν εισπράξει απολύτως καλόπιστα επί σειρά ετών. Η Διοίκηση θεώρησε ότι με αυτόν τον τρόπο προσέφερε μια κοινωνικά δίκαιη και ήπια μετάβαση στο νέο καθεστώς.

Το ΣτΕ, ωστόσο, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, θέτοντας ως προτεραιότητα τη συνταγματική νομιμότητα. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η αρχή της χρηστής διοίκησης και της καλόπιστης συμπεριφοράς των οργάνων του κράτους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την παντελή έλλειψη νομοθετικής εξουσιοδότησης, ούτε μπορεί να χρησιμεύσει ως όχημα για την καταστρατήγηση της συνταγματικής αρχής της διάκρισης των εξουσιών.

7.Πώς απάντησε το ΣτΕ στο επιχείρημα ότι η σύνταξη λόγω θανάτου αποτελεί αυτοτελές δικαίωμα;

Τα προσφυγόντα σωματεία συνταξιούχων ανέπτυξαν στο δικαστήριο το επιχείρημα ότι η σύνταξη λόγω θανάτου (χηρείας) έχει εντελώς διαφορετική νομική φύση και σκοπό από τη σύνταξη γήρατος. Υποστήριξαν ότι η σύνταξη χηρείας έρχεται να αναπληρώσει την απώλεια του εισοδήματος του θανόντος συζύγου και, ως εκ τούτου, δεν θα έπρεπε να θίγεται το εθνικό της κομμάτι από τις προσωπικές αποδοχές του επιζώντος.

Το ΣτΕ εξέτασε ενδελεχώς το επιχείρημα αυτό, πλην όμως η πλειοψηφία του δικαστηρίου κατέληξε σε διαφορετικό συμπέρασμα. Το δικαστήριο διευκρίνισε ότι η σύνταξη λόγω θανάτου αποτελεί πράγματι ένα αυτοτελές δικαίωμα σε σχέση με εκείνο που είχε ο θανών, το οποίο ασκείται από τα δικαιούμενα πρόσωπα «ιδίω δικαίω», ακριβώς όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.

Ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα αυτοτελές, αυτόνομο δικαίωμα που γεννάται στο πρόσωπο του επιζώντος συζύγου, η περίπτωση αυτή εμπίπτει ξεκάθαρα στην έννοια της «σώρευσης δικαιωμάτων» στο ίδιο υποκείμενο. Συνεπώς, ενεργοποιείται αυτόματα ο γενικός περιοριστικός κανόνας του άρθρου 7 παρ. 5, ο οποίος απαγορεύει ρητά τη λήψη δεύτερης εθνικής σύνταξης, ανεξάρτητα από την προέλευση των δικαιωμάτων αυτών.

8.Μπορεί να αντληθεί αντίθετη ερμηνεία υπέρ των συνταξιούχων από το άρθρο 12 του ίδιου νόμου;

Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι νομικοί παραστάτες των συνταξιούχων προσπάθησαν να συνδυάσουν τον κανόνα της μίας εθνικής σύνταξης με τις ειδικότερες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4387/2016, οι οποίες ρυθμίζουν αποκλειστικά τα της σύνταξης λόγω θανάτου. Υποστήριξαν ότι το άρθρο 12 λειτουργεί ως ειδικότερη διάταξη, εισάγοντας ένα αυτοτελές σύστημα υπολογισμού που υπερέχει του γενικού κανόνα.

Το ΣτΕ απέκρουσε αυτή την ερμηνευτική εκδοχή, ξεκαθαρίζοντας τη σχέση μεταξύ των δύο άρθρων. Το δικαστήριο εξήγησε ότι οι διατάξεις του άρθρου 12 αφορούν αποκλειστικά και μόνο τον μαθηματικό τρόπο υπολογισμού του ύψους της σύνταξης λόγω θανάτου, η οποία ορίζεται ως συγκεκριμένο ποσοστό επί της σύνταξης (εθνικής και ανταποδοτικής) που δικαιούνταν ή είχε ήδη δικαιωθεί ο θανών.

Αντίθετα, το ζήτημα του ανωτάτου ορίου των εθνικών συντάξεων ανά συνταξιούχο σε περίπτωση παράλληλης λήψης περισσότερων δικαιωμάτων είναι ένα εντελώς διάφορο ζήτημα. Το ζήτημα αυτό διέπεται αποκλειστικώς και προνομιακώς από τις ειδικές διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 7, οι οποίες θέτουν το γενικό ανά συνταξιούχο πλαφόν, το οποίο δεν μπορεί να υπερκεραστεί από τον τρόπο υπολογισμού του άρθρου 12.

9.Ποιες είναι οι άμεσες πρακτικές συνέπειες της ακύρωσης της εγκυκλίου για τους συνταξιούχους;

Η δικαστική ακύρωση της εγκυκλίου ως ανυπόστατης παράγει άμεσα αποτελέσματα και ανατρέπει τον σχεδιασμό του ΕΦΚΑ, δημιουργώντας ένα σοβαρό νομικό και διοικητικό κενό. Από τη μια πλευρά, επιβεβαιώνεται ότι η καταβολή δεύτερης εθνικής σύνταξης είναι παράνομη, από την άλλη πλευρά, όμως, ακυρώνεται η μοναδική πράξη που προσέφερε κάλυψη στους παλαιούς συνταξιούχους μέσω της «προσωπικής διαφοράς».

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η Διοίκηση στερείται πλέον του νομικού εργαλείου με το οποίο προστάτευε τις ήδη εκδοθείσες συντάξεις από άμεσες περικοπές και αναδρομικούς καταλογισμούς. Η κατάσταση αυτή θέτει σε άμεσο κίνδυνο χιλιάδες πολίτες, καθώς ο ΕΦΚΑ υποχρεούται να συμμορφωθεί με το νόμο, αλλά δεν διαθέτει νόμιμη εξουσιοδότηση για να χαρίσει ή να ρυθμίσει τις παλαιές οφειλές.

Για να αποφευχθεί μια κοινωνική κρίση και βίαιες περικοπές στις συντάξεις χηρείας, η λύση πλέον δεν μπορεί να δοθεί με νέες κυβερνητικές εγκυκλίους ή υπουργικές αποφάσεις. Το αρμόδιο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούται πλέον να εισαγάγει άμεσα ρητή νομοθετική διάταξη (νόμο) προς ψήφιση στη Βουλή, η οποία θα παρέχει το απαιτούμενο νομοθετικό έρεισμα για την προστασία των συνταξιούχων.

10.Ποιο είναι το δεδικασμένο της απόφασης ΣτΕ 699/2026 και πώς επηρεάζει τις εκκρεμείς ή μελλοντικές δίκες;

Από δικονομικής άψεως, η απόφαση του 7μελούς Τμήματος του ΣτΕ παράγει ένα εξαιρετικά ισχυρό δεδικασμένο, το οποίο δεσμεύει τόσο τη Διοίκηση όσο και τα κατώτερα Τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια (Πρωτοδικεία και Εφετεία). Η διάγνωση του ακυρωτικού δικαστή ότι η συγκεκριμένη εγκύκλιος είναι ανυπόστατη και εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση νομοθετικής εξουσιοδότησης έχει ισχύ erga omnes (έναντι όλων).

Αυτό σημαίνει ότι σε όλες τις εκκρεμείς δίκες, όπου συνταξιούχοι έχουν προσβάλει ατομικές πράξεις περικοπής των συντάξεών τους που στηρίχθηκαν στην εν λόγω εγκύκλιο, τα δικαστήρια της ουσίας είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν την κρίση του ΣτΕ και να ακυρώσουν τις ατομικές αυτές πράξεις. Η Διοίκηση δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί τις διατάξεις αυτής της εγκυκλίου για να θεμελιώσει τη νομιμότητα των ενεργειών της.

Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να είναι προσεκτικοί: η ακύρωση της εγκυκλίου δεν σημαίνει ότι αναγνωρίστηκε δικαίωμα για δύο εθνικές συντάξεις, καθώς το ΣτΕ έκρινε το αντίθετο επί της ουσίας του νόμου. Συνεπώς, η στρατηγική στις μελλοντικές δικαστικές διεκδικήσεις μετατοπίζεται πλέον στον έλεγχο της νομιμότητας των νέων πράξεων του ΕΦΚΑ και στην αναμονή της νέας νομοθετικής ρύθμισης, καθιστώντας την εξειδικευμένη νομική εκπροσώπηση πιο αναγκαία από ποτέ.

Το κοινωνικοασφαλιστικό δίκαιο μεταβάλλεται ραγδαία μετά τις τελευταίες δικαστικές εξελίξεις. Για οποιαδήποτε εξειδικευμένη συμβουλή, έλεγχο των συνταξιοδοτικών σας αποφάσεων ή δικαστική υποστήριξη έναντι του ΕΦΚΑ, μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.

Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος

Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.