Στο μεταβαλλόμενο τοπίο της ελληνικής κτηματαγοράς, ο ΕΝΦΙΑ έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια απλή φορολογική υποχρέωση ρουτίνας, εξελισσόμενος σε ένα σύνθετο νομικό ζήτημα που απαιτεί στρατηγική διαχείριση. Με την αυστηροποίηση του νέου Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και την πλήρη διασύνδεση του Ε9 με το Κτηματολόγιο και την Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, κάθε ανακρίβεια στην απεικόνιση των εμπράγματων δικαιωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε δυσβάσταχτα πρόστιμα ή ακόμα και σε ακύρωση μεταβιβάσεων. Στο άρθρο αυτό, αναλύουμε τις κρίσιμες νομικές παραμέτρους που συχνά διαφεύγουν της προσοχής των ιδιοκτητών —από τις εκπτώσεις λόγω ασφάλισης και τις απαλλαγές δεσμευμένων ακινήτων, μέχρι τις προθεσμίες των ενδικοφανών προσφυγών— προσφέροντας τις απαραίτητες απαντήσεις για την ουσιαστική προστασία της ιδιοκτησίας σας έναντι των αυθαιρεσιών της διοίκησης.
1.Ποιος είναι ο «κρίσιμος χρόνος» για τη γέννηση της φορολογικής υποχρέωσης;
Με βάση τις προβλέψεις του νόμου, κρίσιμος χρόνος για την γέννηση της υποχρέωσης καταβολής ΕΝΦΙΑ για κάθε ακίνητο είναι η 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. Οποιαδήποτε μεταβολή στην εμπράγματη κατάσταση του ακινήτου (πώληση, δωρεά, γονική παροχή) εντός του έτους, δεν επηρεάζει τον φόρο του τρέχοντος έτους, αλλά του επόμενου. Είναι λάθος να συγχέεται η παραπάνω ημερομηνία με την ημερομηνία που εκδίδονται τα ειδοποιητήρια πληρωμής του ΕΝΦΙΑ, κατά τον μήνα Μάρτιο κάθε οικονομικού έτους.
Μια βασική επομένως, υποχρέωση του πωλητή είναι η πληρωμή του ΕΝΦΙΑ για όλα τα έτη που ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου. Η παραπάνω οικονομική εξόφληση είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται με την προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ. Το πιστοποιητικό αυτό αποδεικνύει ότι το ακίνητο είχε δηλωθεί ορθά από τον πωλητή τα τελευταία 5 έτη και ότι είχαν πληρωθεί όλοι οι αναλογούντες φόροι (μαζί με τυχόν πρόστιμα και προσαυξήσεις σε περίπτωση εκπρόθεσμης πληρωμής ή λανθασμένης υποβολής στοιχείων εξαρχής).
Δεν αποκλείεται (και ειδικά σε μεταβιβάσεις ακινήτων λόγω πώλησης) οι συμβαλλόμενοι να συμφωνούν σε έναν εσωτερικό επιμερισμό του φόρου στο συμβόλαιο μεταβίβασης. Αυτό που πρέπει να γνωρίζουμε είναι ότι, απέναντι στο Δημόσιο, υπόχρεος παραμένει αυτός που είχε την κυριότητα του ακινήτου την 1η Ιανουαρίου του έτους που έλαβε χώρα η μεταβίβαση. Η νομική ευθύνη του πωλητή είναι αδιαπραγμάτευτη, ακόμη και αν το ακίνητο μεταβιβαστεί λίγες ώρες μετά την αλλαγή του έτους.
2.Πώς επηρεάζει η «ψιλή κυριότητα» και η «επικαρπία» τον υπολογισμό;
Όπως έχουμε συζητήσει και σε άλλο κείμενο μας, η αξία της επικαρπίας υπολογίζεται ως ποσοστό επί της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή. Όσο μεγαλύτερος είναι ο επικαρπωτής, τόσο μικρότερη είναι η αξία της επικαρπίας του και τόσο μεγαλύτερη η αξία της ψιλής κυριότητας. Επομένως, ο ΕΝΦΙΑ επιμερίζεται μεταξύ επικαρπωτή και ψιλού κύριου αυτόματα ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, και τα σχετικά ποσά πληρωμής εμφανίζονται προ-συμπληρωμένα στα εκκαθαριστικά κάθε οικονομικού έτους.
Αποτελεί (δυστυχώς) συνηθισμένη πρακτική μετά τον θάνατο του επικαρπωτή να μην γίνεται η σχετική διαγραφή από το έντυπο Ε9 του ακινήτου και επομένως, να αναγράφεται (λανθασμένα) ο θανών ως επικαρπωτής. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι η επικαρπία, με τον θάνατο του επικαρπωτή, συνενώνεται με την ψιλή κυριότητα. Με βάση τα παραπάνω, ο ψιλός κύριος (εφόσον δεν υπήρχαν άλλοι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι του ακινήτου) αποκτά την πλήρη κυριότητα του ακινήτου, και υποχρεούται στην πληρωμή του ΕΝΦΙΑ.
Για τους παραπάνω λόγους, είναι σημαντικό να γίνονται οι σχετικές διορθώσει και στο έντυπο Ε9 του (πρώην) ψιλού κυρίου του ακινήτου. Παράλειψη αυτής της διόρθωσης οδηγεί σε διπλή φορολόγηση ή σε λανθασμένα εκκαθαριστικά που δεν αντιστοιχούν στην πραγματική νομική κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, εάν έγινε λανθασμένος υπολογισμός όσο ο επικαρπωτής ζει, ο υπόχρεος που πλήρωσε μεγαλύτερο μέρος του φόρου από εκείνο που του αναλογούσε μπορεί να στραφεί αναγωγικά κατά του άλλου υπόχρεου.
3.Τι συμβαίνει νομικά σε περίπτωση «επίδικων» ακινήτων;
Η ύπαρξη δικαστικής διαμάχης για την κυριότητα ενός ακινήτου δεν αναστέλλει την υποχρέωση καταβολής ΕΝΦΙΑ. Ο νόμος επιβάλλει στον κύριο του ακινήτου να παραμένει υπόχρεος για την πληρωμή του φόρου. Πράγματι, έχοντας υπόψη την μακρά διάρκεια των δικών στην Ελλάδα, ο νομοθέτης δεν αρκείται σε ‘προσωρινές λύσεις’ αλλά απαιτεί να υπάρχει βεβαιότητα ως προς την πληρωμή του φόρου. Αυτός είναι και ο λόγος που υπόχρεος παραμένει όποιος έχει δηλώσει το ακίνητο στο έντυπο Ε9 της ΑΑΔΕ.
Ωστόσο, ο νόμος δεν απαγορεύει στον ιδιοκτήτη να μεταβιβάσει το ακίνητο στην διάρκεια της δίκης. Απλώς, αν λάβει χώρα τέτοια μεταβίβαση ο νέος ιδιοκτήτης από το οικονομικό έτος που έπεται της συμβολαιογραφικής μεταβίβασης, ευθύνεται για την πληρωμή του ΕΝΦΙΑ. Τα ίδια ισχύουν κατά κανόνα και στην περίπτωση περισσότερων ιδιοκτητών ή περισσότερων προσώπων που ενάγονται για την κυριότητα του ακινήτου. Απλώς, σε αυτήν την περίπτωση ο φόρος επιμερίζεται στους υπόχρεους.
Αν μια οριστική δικαστική απόφαση δικαιώσει άλλον ιδιοκτήτη αναδρομικά, τότε απαιτείται τροποποίηση των δηλώσεων και αίτηση συμψηφισμού ή επιστροφής φόρου. Ωστόσο, το πλέον κρίσιμο για την δικαστική απόφαση είναι η τελεσιδικία της, δηλαδή να μην προσβάλλεται με τακτικά ένδικα μέσα όπως η έφεση. Τότε μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ως προς το πρόσωπο του ιδιοκτήτη του ακινήτου, και επομένως ως προς τον υπόχρεο της πληρωμής του ΕΝΦΙΑ (είτε αναδρομικά είτε για το μέλλον).
4.Ποια είναι η νομική συνέπεια της μη αναγραφής «βοηθητικών χώρων»;
Η μη ορθή διάκριση μεταξύ κύριων και βοηθητικών χώρων (π.χ. αποθήκες, θέσεις στάθμευσης) αποτελεί ανακριβή δήλωση. Νομικά, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμα και σε αδυναμία έκδοσης καθαρού πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ για μελλοντική μεταβίβαση. Αυτή είναι και η αιτία για την οποία ο νομοθέτης προβλέπει ότι όποιος ιδιοκτήτης προβεί σε οικειοθελή διόρθωση του έντυπου Ε9 σχετικά με τα τετραγωνικά του ακινήτου θα έχει μειωμένες προσαυξήσεις σε περίπτωση παράβασης, αλλιώς τα πρόστιμα θα είναι αυξημένα.
Πολλοί ιδιοκτήτες αναγράφουν βοηθητικούς χώρους (π.χ. μια υπόγεια αποθήκη που επικοινωνεί με εσωτερική σκάλα) μαζί με την επιφάνεια του κύριου χώρου. Αυτό οδηγεί σε υπερφορολόγηση, καθώς η αποθήκη χρεώνεται με τον συντελεστή της κατοικίας αντί για το 10% αυτού. Θυμίζουμε ότι βοηθητικούς χώρους αποτελούν οι αποθήκες, οι θέσεις στάθμευσης (στεγασμένες), τα υπόγεια που δεν χρησιμοποιούνται ως κατοικία και οι κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν κατ’ αποκλειστική χρήση στο ακίνητο.
Όσον αφορά την περίπτωση των αυθαιρεσιών, εάν ένας ημιυπαίθριος χώρος έχει “κλείσει”, πρέπει να αφαιρεθεί από την κατηγορία των βοηθητικών (αν είχε δηλωθεί εκεί) και να προστεθεί στους κύριους χώρους. Η παράλειψη αυτής της διόρθωσης καθιστά το Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ άκυρο για τη μεταβίβαση, καθώς ο συμβολαιογράφος θα διαπιστώσει αναντιστοιχία μεταξύ Ε9 και Βεβαίωσης Μηχανικού. Για αυτό, μόλις ολοκληρωθεί η υπαγωγή ενός αυθαιρέτου στους νόμους τακτοποίησης, ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να επικαιροποιήσει το Ε9 του.
5.Είναι νόμιμη η επιβολή ΕΝΦΙΑ σε ακίνητα με πλήρη απαγόρευση χρήσης;
Ακίνητα που έχουν δεσμευτεί από την αρχαιολογία ή έχουν κριθεί ολοσχερώς κατεδαφιστέα λόγω σεισμού/πυρκαγιάς δικαιούνται πλήρη απαλλαγή, εφόσον προσκομιστούν οι σχετικές βεβαιώσεις των αρμόδιων δημόσιων αρχών και γίνει η ορθή κωδικοποίηση στο Ε9. Το ίδιο ισχύει και για ακίνητα που έχουν κριθεί ολοσχερώς κατεδαφιστέα (κόκκινα). Οι παραπάνω κατηγορίες ακινήτων απαλλάσσονται, αλλά απαιτείται η αναγραφή ειδικού κωδικού στο έντυπο Ε9, προκειμένου να γίνει εμφανής και να εγκριθεί η απαλλαγή από την ΑΑΔΕ.
Όσον αφορά την περίπτωση της απαλλοτρίωσης ακινήτου, αυτή ολοκληρώνεται νομικά σαν ενέργεια με την καταβολή αποζημίωσης από τον κρατικό φορέα (Περιφέρεια/Δήμο/Νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) στον ιδιοκτήτη του ακινήτου. Από εκείνη την στιγμή και έπειτα, ο ιδιοκτήτης παύει να είναι υπόχρεος ΕΝΦΙΑ, καθώς επέρχεται η αναγκαστική απώλεια της κυριότητας. Εάν έχει κηρυχθεί απαλλοτρίωση αλλά δεν έχει καταβληθεί αποζημίωση (εκκρεμότητα ετών), το ακίνητο φορολογείται μεν, αλλά με μειωμένο συντελεστή ως “δεσμευμένο”.
Το νομικό πρόβλημα εντοπίζεται στο μεσοδιάστημα: από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης μέχρι τη συντέλεσή της μεσολαβεί ένα εκτενές χρονικό διάστημα, κατά το οποίο μπορεί να περάσουν ακόμη και χρόνια μέχρι το ακίνητο να αλλάξει ιδιοκτήτη. Σε αυτό το διάστημα, ο ιδιοκτήτης συχνά δεν μπορεί να προβεί σε οικοδομικές πράξεις αλλά ούτε και να μεταβιβάσει το ακίνητο, αλλά ο νόμος τον υποχρεώνει να πληρώνει ΕΝΦΙΑ. Για αυτό πρέπει να υποβάλλονται οι συμπληρωματικές δηλώσεις που έχουν ειδικά προβλεφθεί από την νομοθεσία.
6.Τι προβλέπει ο νόμος για τα ακίνητα «αγνώστου ιδιοκτήτη» στο Κτηματολόγιο;
Όπως έχουμε εξηγήσει και σε άλλο κείμενο μας σχετικά με το Κτηματολόγιο, εφόσον ένας ιδιοκτήτης ακινήτου αμελήσει να δηλώσει την ιδιοκτησία του κατά το στάδιο της κτηματογράφησης, τότε υπό προϋποθέσεις το Δημόσιο μπορεί να δηλωθεί ως κύριος του ακινήτου.Ο πραγματικός ιδιοκτήτης οφείλει στην συνέχεια να ασκήσει αγωγή στο αρμόδιο δικαστήριο για να του επιδικαστεί η κυριότητα του ακινήτου.
Αν ένα ακίνητο φαίνεται στο Κτηματολόγιο ως «αγνώστου ιδιοκτήτη», αλλά ο πραγματικός ιδιοκτήτης υποβάλλει κανονικά την δήλωση του ακινήτου στο έντυπο Ε9, τότε ο ΕΝΦΙΑ βεβαιώνεται κανονικά. Ωστόσο, η αναντιστοιχία μεταξύ Ε9 και Κτηματολογίου αποτελεί “κόκκινη σημαία” για τη φορολογική διοίκηση και πρέπει να τακτοποιηθεί νομικά πριν τη λήξη των προθεσμιών διόρθωσης των αρχικών εγγραφών. Είναι άλλο θέμα ότι τα εκκαθαριστικά του ΕΝΦΙΑ και τα έντυπα Ε9 αποτελούν χρήσιμα αποδεικτικά μέσα κυριότητας σε ενδεχόμενη δίκη.
Ακόμη, όμως και για ενδεχόμενη χρησικτησία επί ακινήτου, το γεγονός ότι εκείνος που επιθυμεί να αποκτήσει το ακίνητο λόγω χρησικτησίας πληρώνει τον ΕΝΦΙΑ για αυτό το ακίνητο αποτελεί ένα ισχυρό τεκμήριο νομής και καλόπιστης κατοχής (χρησικτησία), αλλά δεν υποκαθιστά τον τίτλο ιδιοκτησίας ούτε τη διόρθωση της εγγραφής στο Κτηματολόγιο. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση όπου το ακίνητο δηλώνεται στο έντυπο Ε9 του κληρονόμουβάσει του δικαιώματος της κληρονομικής διαδοχής, ακόμη και χωρίς συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής.
7.Πώς αντιμετωπίζεται νομικά η «δήμευση» ή η «αναγκαστική απαλλοτρίωση»;
Η μείωση του ΕΝΦΙΑ ανέρχεται σε 20%, εφόσον το ακίνητο είναι ασφαλισμένο για ολόκληρο το έτος (12 μήνες). Κατ’ αποτέλεσμα, εάν το ακίνητο είναι ασφαλισμένο για μικρότερο χρονικό διάστημα, η έκπτωση υπολογίζεται αναλογικά, με την προϋπόθεση όμως ότι η διάρκεια της ασφάλισης είναι τουλάχιστον τρεις (3) μήνες εντός του ίδιου έτους. Φυσικά, ανάλογα με την αξία της κατοικίας, διαμορφώνεται και το ποσοστό της έκπτωσης. Δηλαδή, ο ΕΝΦΙΑ μειώνεται κατά 20% σε κατοικίες με φορολογητέα αξία έως 500.000 € και κατά 10% σε κατοικίες με αξία άνω των 500.000 €.
Για να αναγνωριστεί η έκπτωση, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο πρέπει να καλύπτει σωρευτικά από τον κίνδυνο του σεισμού, από εκείνον της πυρκαγιάς και από εκείνον της πλημμύρας. Συνεπώς, εάν λείπει έστω και ένας από αυτούς (π.χ. ο πελάτης έχει ασφάλεια μόνο για φωτιά και κλοπή), η ΑΑΔΕ απορρίπτει αυτόματα την έκπτωση κατά τη διασταύρωση των στοιχείων. Επίσης, αν το ακίνητο ανήκει σε περισσότερους από έναν ιδιοκτήτες , η αίτηση πρέπει να γίνει και από τους δύο, ώστε ο καθένας να πάρει την έκπτωση 10% που αναλογεί στον δικό του φόρο.
Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αξία ανακατασκευής του κτίσματος, η οποία ορίζεται νομοθετικά σε τουλάχιστον 1.000€ ανά τετραγωνικό μέτρο. Απαιτείται όμως προσοχή σε αυτό το σημείο, καθώς η αξία αυτή υπολογίζεται επί των συνολικών τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου (κύριοι και βοηθητικοί χώροι), όπως αυτοί αναγράφονται στο Ε9. Με βάση τα παραπάνω, αν κατά την σύγκριση των συνολικών τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου και της ασφαλιστικής αξίας του διαπιστωθεί διαφορά προς τα κάτω, τότε η έκπτωση χάνεται
8.Ποια είναι η προθεσμία για τροποποιητική δήλωση χωρίς πρόστιμο;
Ο νόμος ορίζει ότι κάθε μεταβολή στην ακίνητη περιουσία (αγορά, πώληση, ανέγερση, τακτοποίηση αυθαιρέτου) πρέπει να δηλώνεται στο Ε9 εντός 30 ημερών από την ημέρα της μεταβολής (δηλαδή από την υπογραφή του συμβολαίου ή τη λήξη της προθεσμίας τακτοποίησης). Αν και συχνά δίνονται κατ’ εξαίρεση παρατάσεις στην παραπάνω προθεσμία, είναι χρήσιμο να είναι γνωστή ενώ ισχύει ο κανόνας ότι εφόσον τα δικαιολογητικά δεν προσκομιστούν ή δεν γίνουν δεκτά, η δήλωση απορρίπτεται και παραμένει το αρχικό ποσό ΕΝΦΙΑ.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες διατάξεις, οι φορολογούμενοι μπορούν να υποβάλουν τροποποιητική δήλωση Ε9 για τη διόρθωση λαθών που επηρεάζουν τον ΕΝΦΙΑ. Αν η δήλωση υποβληθεί πριν την έκδοση του νέου εκκαθαριστικού, αποφεύγονται τα αυτοτελή πρόστιμα, αν και ο φόρος θα επαναϋπολογιστεί με προσαυξήσεις αν προκύπτει χρεωστικό υπόλοιπο. Δηλαδή, αν η τροποποιητική υποβληθεί εντός αυτής της περιόδου, δεν επιβάλλεται το αυτοτελές πρόστιμο των 100 ευρώ, ακόμη και αν από τη διόρθωση προκύπτει επιπλέον φόρος.
Στην εξαιρετική περίπτωση όπου μια τροποποιητική δήλωση Ε9 οδηγεί σε μείωση του ΕΝΦΙΑ πάνω από 300 ευρώ, το εκκαθαριστικό δεν εκδίδεται αυτόματα. Πράγματι, σε αυτό το στάδιο η δήλωση τίθεται σε κατάσταση ελέγχου και ο φορολογούμενος καλείται (μέσω μηνύματος στο myAADE) να προσκομίσει εντός 15 ημερών στη ΔΟΥ τα σχετικά δικαιολογητικά (συμβόλαια, πιστοποιητικά, δικαστικές αποφάσεις) που αποδεικνύουν γιατί μειώνεται η περιουσία του. Πρόκειται για μια διάταξη που δεν εφαρμόζεται σπάνια.
9.Μπορεί ο ΕΝΦΙΑ να προσβληθεί με «Ενδικοφανή Προσφυγή»;
Ο φορολογούμενος που αμφισβητεί την πράξη προσδιορισμού του ΕΝΦΙΑ οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ). Η απευθείας προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια απορρίπτεται ως απαράδεκτη αν δεν έχει προηγηθεί η ΔΕΔ. Οι λόγοι που θα περιλαμβάνονται στην προσφυγή μπορεί να είναι πραγματικοί ή νομικοί όπως εσφαλμένη τιμή ζώνης, λανθασμένος συντελεστής, νομική πλάνη της φορολογικής διοίκησης κλπ.
Όσον αφορά την προθεσμία που παρέχει ο νόμος για να ασκηθεί η προσφυγή, η τελευταία ασκείται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης (δηλαδή από την ανάρτηση του εκκαθαριστικού στο myAADE), ενώ για κατοίκους εξωτερικού η προθεσμία επεκτείνεται στις εξήντα (60) ημέρες. Επαναφορά της προθεσμίας γίνεται δεκτή σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανωτέρας βίας όπου ο φορολογούμενος δεν μπορούσε να πληροφορηθεί την ανάρτηση του εκκαθαριστικού αλλά ούτε και να ασκήσει την προσφυγή.
Η προσφυγή υποβάλλεται πλέον αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω της πλατφόρμας της ΑΑΔΕ. Πρέπει να συνοδεύεται από όλα τα αποδεικτικά έγγραφα (συμβόλαια, βεβαιώσεις κ.λπ.). Η ΔΕΔ οφείλει να εκδώσει απόφαση εντός 120 ημερών επί της προσφυγής: Αν την κάνει δεκτή, εκδίδεται νέο, διορθωμένο εκκαθαριστικό, ενώ εάν την απορρίψει (ρητά), ο φορολογούμενος έχει 30 ημέρες για να ασκήσει διοικητική προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια. Αν περάσουν οι 120 ημέρες χωρίς απάντηση, η προσφυγή θεωρείται απορριφθείσα και ξεκινά η προθεσμία για τα δικαστήρια.
10.Ποια είναι η ευθύνη των κληρονόμων για τον ΕΝΦΙΑ του θανόντος;
Όσον αφορά τις οφειλές του θανόντος εξαιτίας απλήρωτων δόσεων ΕΝΦΙΑ από προηγούμενα έτη ή αν το εκκαθαριστικό του τρέχοντος έτους εκδόθηκε πριν τον θάνατό του, αυτές οι οφειλές αποτελούν χρέος της κληρονομιάς. Οι κληρονόμοι ευθύνονται για την πληρωμή αυτών των οφειλών κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας, όπως το ποσοστό διαμορφώνεται εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης.
Οι κληρονόμοι ευθύνονται για τον ΕΝΦΙΑ του θανόντος από την ημερομηνία θανάτου και μετά, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας. Αν δεν αποποιηθούν την κληρονομιά εντός της νόμιμης προθεσμίας (4 μήνες), ο φόρος βεβαιώνεται στο όνομά τους αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου του έτους που έπεται του θανάτου. Εκτός αυτού, οι προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής συνεχίζουν να καταλογίζονται κανονικά, εκτός εάν οι κληρονόμοι προβούν σε ρυθμίσεις ή εξόφληση αμέσως μετά την αποδοχή.
Εάν ο κληρονόμος έχει αποδεχθεί με το ευεργέτημα της απογραφής, η ευθύνη του για τους φόρους του θανόντος περιορίζεται μέχρι την αξία του ενεργητικού της κληρονομιάς. Δηλαδή, δεν κινδυνεύει η ατομική του περιουσία για τα χρέη του θανόντος. Φυσικά, για να μπορέσουν οι κληρονόμοι να πουλήσουν ή να μεταβιβάσουν το ακίνητο που κληρονόμησαν, ο συμβολαιογράφος θα ζητήσει Πιστοποιητικό ΕΝΦΙΑ. Αν ο θανών δεν είχε εξοφλήσει τον ΕΝΦΙΑ, οι κληρονόμοι πρέπει να εξοφλήσουν τα χρέη αυτά για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.
Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος
Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.
