Μετά από οκτώ δεκαετίες αμετάβλητης εφαρμογής, το Κληρονομικό Δίκαιο εισέρχεται σε μια νέα εποχή, προσαρμοζόμενο στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες και την ψηφιακή πραγματικότητα. Το νέο Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν αποτελεί μια απλή τροποποίηση διατάξεων, αλλά μια ριζική αναθεώρηση που εισάγει θεσμούς-τομές, όπως η κληρονομική σύμβαση και η δυνατότητα παραίτησης από τη νόμιμη μοίρα εν ζωή. Για πρώτη φορά, αναγνωρίζεται νομικά η ελεύθερη συμβίωση, ενώ η νόμιμη μοίρα μετατρέπεται σε χρηματική αξίωση, λύνοντας χρόνια προβλήματα συνιδιοκτησίας που «πάγωναν» την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας. Παράλληλα, η πλήρης ψηφιοποίηση των διαθηκών και η δημιουργία του Ηλεκτρονικού Μητρώου εγγυώνται τη διαφάνεια και την ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης. Στο άρθρο που ακολουθεί, αναλύουμε τις δέκα κρίσιμες αλλαγές που επανακαθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες πολίτες θα σχεδιάζουν πλέον τη διαδοχή της περιουσίας τους.
1.Πώς κληρονομεί το πρόσωπο που συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση με τον κληρονομούμενο;
Η σημαντικότερη κοινωνική και νομική καινοτομία του νομοσχεδίου είναι η αναγνώριση κληρονομικού δικαιώματος στον σύντροφο ζωής (ελεύθερη ένωση), ο οποίος μέχρι σήμερα ήταν νομικά «ξένος». Σύμφωνα με τις προβλέψεις του νέου νόμου, ο επιζών σύντροφος καλείται πλέον στην πέμπτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Αυτό σημαίνει ότι κληρονομεί ολόκληρη την περιουσία μόνο αν δεν υπάρχουν συγγενείς των προηγούμενων τεσσάρων τάξεων (παιδιά, γονείς, αδέλφια, παππούδες κ.λπ.).
Προϋπόθεση για τη θεμελίωση αυτού του δικαιώματος είναι η μόνιμη και αδιάλειπτη συμβίωση για τουλάχιστον τρία (3) έτη πριν από τον θάνατο ή η απόκτηση κοινού τέκνου. Η απόδειξη της συμβίωσης μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο μέσο, αλλά το νομοσχέδιο δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε στοιχεία όπως η κοινή κατοικία, η ύπαρξη κοινών τραπεζικών λογαριασμών ή η δημόσια κοινωνική παράσταση ως ζευγάρι. Φυσικά, το δικαστήριο της κατοικίας του κληρονομούμενου είναι αρμόδιο να κρίνει για την συνδρομή ή μη των παραπάνω προϋποθέσεων.
Επιπλέον, στις καινοτομίες του νομοσχεδίου περιλαμβάνεται και η στεγαστική προστασία του συντρόφου. Πιο συγκεκριμένα, ο τελευταίος δικαιούται να παραμείνει στην κύρια κατοικία όπου διέμενε με τον θανόντα για διάστημα ενός (1) έτους από τον θάνατο, χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος στους υπόλοιπους κληρονόμους. Το δικαίωμα αυτό είναι ακατάσχετο και σκοπό έχει να δώσει στον επιζώντα τον χρόνο να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες χωρίς τον φόβο της άμεσης έξωσης.
2.Τι είναι η σύμβαση εκ των προτέρων παραίτησης από δικαιώματα στην κληρονομία;
Η σύμβαση αυτή αποτελεί μια μορφή κληρονομικής σύμβασης, η οποία εισάγεται για πρώτη φορά με το καινούργιο νομοσχέδιο. Επιτρέπει σε έναν εν δυνάμει κληρονόμο (π.χ. ένα παιδί ή τον σύζυγο) να συμφωνήσει εγγράφως με τον κληρονομούμενο, όσο ο τελευταίος βρίσκεται εν ζωή, ότι παραιτείται από το μελλοντικό του δικαίωμα στην κληρονομία ή στη νόμιμη μοίρα. Μέχρι σήμερα, ήταν αδιανόητο νομικά να παραιτηθεί εκ των προτέρων ένας κληρονόμος από την νόμιμη μοίρα του, και κάθε τέτοια σύμβαση ήταν άκυρη.
Η σκοπιμότητα αυτής της διάταξης είναι η επίλυση περιουσιακών διαφορών «εν ζωή». Για να εξηγήσουμε τα παραπάνω με ένα παράδειγμα, ας αναφέρουμε ότι, συχνά, σε οικογενειακές επιχειρήσεις ή σε περιπτώσεις μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ο κληρονομούμενος επιθυμεί να εξασφαλίσει τη συνέχεια της επιχείρησης σε ένα μόνο παιδί. Με τη σύμβαση παραίτησης, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας αποδέχονται τη διευθέτηση αυτή, αποφεύγοντας μελλοντικές δικαστικές διαμάχες μετά τον θάνατο του γονέα.
Όσον αφορά την εγκυρότητα αυτής της σύμβασης, απαιτείται αυστηρά η τήρηση του συμβολαιογραφικού τύπου. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει με ιδιωτικό έγγραφο ή προφορική συμφωνία. Είναι μια πράξη υψηλής τυπικότητας, καθώς αφορά την απεμπόληση ενός δικαιώματος που δεν έχει ακόμη γεννηθεί, και συνεπώς ο νομοθέτης απαιτεί την παρουσία συμβολαιογράφου για τη διασφάλιση της πλήρους συνείδησης των συμβαλλομένων. Μπορεί όμως να γίνει ανάκληση της παραπάνω συμφωνίας, επίσης με συμβολαιογραφικό τύπο.
3.Κι αν η παραίτηση έγινε έναντι ανταλλάγματος;
Είναι πολύ συχνό στην πράξη η παραίτηση από το κληρονομικό δικαίωμα να μην γίνεται χαριστικά, αλλά να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης συμφωνίας. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι η παραίτηση μπορεί να γίνει έναντι ανταλλάγματος, το οποίο συνήθως καταβάλλεται στον παραιτούμενο κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης. Για παράδειγμα, ένας γονέας μεταβιβάζει ένα ακίνητο στο παιδί του σήμερα, με την προϋπόθεση το παιδί να παραιτηθεί από κάθε μελλοντική αξίωση στην υπόλοιπη κληρονομία.
Νομικά, το αντάλλαγμα αυτό θεωρείται προκαταβολή της κληρονομικής μερίδας. Αν η σύμβαση ορίζει ότι το αντάλλαγμα καλύπτει πλήρως τη νόμιμη μοίρα, τότε ο κληρονόμος δεν μπορεί να επανέλθει μετά τον θάνατο και να ζητήσει συμπλήρωμα, ακόμη και αν η αξία της υπόλοιπης περιουσίας αυξήθηκε θεαματικά στο μεσοδιάστημα. Σε περίπτωση αμφιβολίας για το αν και οι κατιόντες (παιδιά/εγγόνια) εκείνου που παραιτήθηκε καταλαμβάνονται από την παραίτηση, τα αποτελέσματα εκτείνονται και στους κατιόντες του παραιτηθέντος.
Όσον αφορά τον τρόπο κατάρτισης, η σύμβαση παραίτησης καταρτίζεται με αυτοπρόσωπη δήλωση των μερών ενώπιον συμβολαιογράφου χωρίς αίρεση ή προθεσμία. Για τη σύναψη της σύμβασης απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα των συμβαλλομένων, όπως και για κάθε δικαιοπραξία, ενώ ακύρωση της σύμβασης δύναται να γίνει μόνο μέσω άσκησης αγωγής λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής. Η παραπάνω αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί μετά την πάροδο δύο (2) ετών από τον θάνατο του κληρονομουμένου.
4.Ιδιόγραφη διαθήκη από πρόσωπα που περιθάλπονται σε νοσοκομεία, κλινικές, μονάδες φροντίδας ηλικιωμένων είναι έγκυρη;
Έχοντας ως στόχο να εισάγει μια πολύ αυστηρή προστασία για τους ηλικιωμένους και τους ασθενείς κληρονομούμενους, ο νόμος ορίζει ότι είναι αυτοδικαίως άκυρη η διαθήκη (ιδιόγραφη ή δημόσια) κατά το μέρος που εγκαθιστά κληρονόμο το ίδρυμα (νοσοκομείο, γηροκομείο), τον ιδιοκτήτη του, ή τους υπαλλήλους του ιδρύματος. Αυτή η διάταξη στοχεύει στην καταπολέμηση της ψυχολογικής πίεσης ή της εκμετάλλευσης προσώπων που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης. Άλλωστε, βασικό στοιχείο μιας διαθήκης είναι η γνησιότητα της βούλησης του διαθέτη.
Η παραπάνω ακυρότητα επεκτείνεται και σε διαθήκες που συντάχθηκαν εντός τριών (3) μηνών από την έξοδο του ασθενούς από το ίδρυμα, εφόσον η αιτία θανάτου σχετίζεται με την πάθηση για την οποία νοσηλευόταν. Ο νομοθέτης θεωρεί ότι η επιρροή των προσώπων που παρείχαν φροντίδα μπορεί να συνεχίζεται και μετά τη νοσηλεία. Αυτονόητα, η διαθήκη του κληρονόμου είναι αυτοδικαίως άκυρη, σε περίπτωση που ο τελευταίος είχε κηρυχθεί σε δικαστική συμπαράσταση, όπως έχουμε αναλύσει και σε άλλο κείμενο μας.
Εξαίρεση στον κανόνα αυτό υπάρχει μόνο αν ο τιμώμενος υπάλληλος ή ιδιοκτήτης είναι ταυτόχρονα και εξ αδιαθέτου κληρονόμος του διαθέτη (π.χ. αν το παιδί του διαθέτη τυχαίνει να είναι ιατρός στην κλινική). Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση η διαθήκη θα ήταν έγκυρη, καθώς η προστασία της οικογένειας υπερτερεί από την θέση εργασίας που έχει ο κληρονόμος του διαθέτη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η περιουσία δεν μπορεί να «διολισθήσει» προς τους παρόχους φροντίδας, προστατεύοντας έτσι τους νόμιμους συγγενείς.
5.Ποια είναι η έννοια της κληρονομικής σύμβασης αιτία θανάτου;
Η κληρονομική σύμβαση είναι μια διμερής συμφωνία ανάμεσα στον κληρονομούμενο και ένα άλλο πρόσωπο. Σε αντίθεση με τη διαθήκη, η οποία είναι μονομερής πράξη και ανακαλείται ελεύθερα οποτεδήποτε, η κληρονομική σύμβαση δεσμεύει τον κληρονομούμενο. Μέσω αυτής, ο κληρονομούμενος υπόσχεται να εγκαταστήσει τον αντισυμβαλλόμενο ως κληρονόμο του. Αυτονόητα, λόγω της εξαιρετικής σημασίας της, η κληρονομική σύμβαση περιβάλλεται από αυστηρές διατυπώσεις για την αποφυγή πλάνης ή εξαναγκασμού.
Με τη σύμβαση αυτή, ο κληρονομούμενος αναλαμβάνει τη συμβατική δέσμευση να εγκαταστήσει τον αντισυμβαλλόμενο ως κληρονόμο του ή να του αφήσει μια κληροδοσία. Η ειδοποιός διαφορά είναι η δεσμευτικότητα: ο κληρονομούμενος δεν μπορεί πλέον να αλλάξει γνώμη μονομερώς και να συντάξει μια νέα διαθήκη που να αναιρεί τη σύμβαση, προσφέροντας έτσι στον κληρονόμο μια βέβαιη προσδοκία δικαιώματος που δεν υπήρχε στο παρελθόν.
Η σύμβαση αυτή μπορεί να είναι αμφοτεροβαρής. Για παράδειγμα, ο κληρονόμος μπορεί να αναλάβει την υποχρέωση να φροντίζει τον κληρονομούμενο μέχρι τον θάνατό του, με αντάλλαγμα την κληρονομία. Αυτό λύνει το πρόβλημα της «εγκατάλειψης» των ηλικιωμένων, καθώς δημιουργεί ένα ισχυρό νομικό κίνητρο για την παροχή φροντίδας. Λόγω της σοβαρότητάς της, η κληρονομική σύμβαση απαιτεί αυτοπρόσωπη εμφάνιση των μερών ενώπιον συμβολαιογράφου και κατά συνέπεια δεν επιτρέπεται η αντιπροσώπευση.

6.Μπορεί να ακυρωθεί μια κληρονομική σύμβαση;
Επειδή η κληρονομική σύμβαση βασίζεται στη συμφωνία δύο μερών, η ανάκλησή της δεν είναι τόσο απλή όσο στη διαθήκη. Υπάρχει η δυνατότητα να λυθεί με μεταγενέστερη συμβολαιογραφική σύμβαση αν συμφωνούν και οι δύο πλευρές. Φυσικά, η βούληση των 2 πλευρών για ακύρωση της παραπάνω σύμβασης θα πρέπει να είναι αυθεντική, δηλαδή να μην εξαρτάται από κάποιον όρο/αίρεση/προθεσμία και οριστική. Με άλλα λόγια, δεν χωρεί ανάκληση της ανάκλησης για την σύμβαση που είχε καταρτισθεί.
Αν όμως ο κληρονομούμενος θέλει να την ακυρώσει μόνος του, πρέπει να συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Ένας τέτοιος λόγος είναι η υπαναχώρηση για λόγους βαριάς αχαριστίας του κληρονόμου ή η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε (π.χ. αν σταμάτησε να τον φροντίζει). Επίσης, αν ο κληρονομούμενος αποκτήσει τέκνο μετά τη σύμβαση το οποίο δεν γνώριζε ότι θα αποκτήσει, μπορεί να ζητήσει τη δικαστική ακύρωση της σύμβασης για να προστατεύσει το νέο του παιδί, μέσω της παροχής και σε αυτό ορισμένης κληρονομικής μερίδας
Τέλος, η σύμβαση μπορεί να προσβληθεί για τους κλασικούς λόγους ακυρότητας των δικαιοπραξιών: πλάνη, απάτη ή απειλή. Αν αποδειχθεί ότι ο κληρονομούμενος εξαναγκάστηκε να υπογράψει τη σύμβαση, αυτή ακυρώνεται δικαστικά και η περιουσία επιστρέφει στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους. Η αυτοπρόσωπη εμφάνιση ισχύει και ως προς την ανατροπή της παραπάνω σύμβασης=τα μέρη οφείλουν να παραστούν αυτοπροσώπως στον συμβολαιογράφο για τις υπογραφές και δεν μπορούν να αντιπροσωπευτούν από άλλα πρόσωπα.
7.Ευθύνεται πλέον ο κληρονόμος για τα χρέη της κληρονομίας;
Με βάση το πνεύμα και τα όσα ορίζει το νομοσχέδιο, στο εξής ο κληρονόμος δεν ευθύνεται με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας. Εξαίρεση στα παραπάνω συντρέχει εφόσον ο κληρονόμος δηλώσει στον γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας ότι θα διαχειρίζεται την κληρονομία και θα τη διαθέτει ελεύθερα. Ουσιαστικά, από την στιγμή που ο κληρονόμος ζητήσει την δικαστική εκκαθάριση της κληρονομίας με σχετική δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου, η κληρονομία αποχωρίζεται από την ατομική του περιουσία.
Πριν από την απόφαση που διατάσσει την εκκαθάριση της κληρονομίας, ο κληρονόμος δεν έχει δικαίωμα να διαθέτει αντικείμενα της κληρονομίας χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Όσον αφορά την άδεια του δικαστηρίου, η τελευταία παρέχεται για σπουδαίο λόγο που αφορά τη ζωή ή την υγεία του κληρονόμου ή του συζύγου, των γονέων ή των τέκνων του. Ο κληρονόμος ευθύνεται και με την ατομική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, αν διέθεσε αντικείμενα της κληρονομίας κατά παράβαση των παραπάνω.
Κάθε διάθεση που έγινε από τον κληρονόμο κατά παράβαση των παραπάνω είναι άκυρη υπέρ των δανειστών της κληρονομίας, εφόσον ματαιώνει την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους. Από την άλλη πλευρά, ο κληρονόμος έχει δικαίωμα να αποκομίζει τα ωφελήματα της κληρονομίας. Επίσης, έχει δικαίωμα να διαθέτει κεφάλαιο της κληρονομίας προς τον σκοπό της ικανοποίησης των δανειστών της ή της συντήρησης των αντικειμένων της. Όμως, αν από υπαιτιότητα του κληρονόμου μειώθηκε η αξία της κληρονομίας, οι αξιώσεις των δανειστών της μπορούν να ικανοποιηθούν και από την ατομική περιουσία του.
8.Πώς κληρονομεί στο εξής ο/η σύζυγος που επιζεί;
Ο επιζών σύζυγος διατηρεί το ποσοστό του (1/4 στην πρώτη τάξη, 1/2 στις υπόλοιπες), αλλά η μεγάλη αλλαγή αφορά τη φύση του δικαιώματος στη νόμιμη μοίρα. Σύμφωνα με τα όσα ορίζει πλέον ο νόμος, η νόμιμη μοίρα δεν είναι πλέον εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων, αλλά ενοχική αξίωση. Αυτό σημαίνει ότι ο σύζυγος δικαιούται να λάβει την αξία της μερίδας του σε χρήμα. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα τέκνα του κληρονομούμενου, επομένως είναι αρκετά πιθανό να δούμε στο μέλλον οικονομικές συμφωνίες ανάμεσα στους κληρονόμους.
Αυτή η αλλαγή είναι επαναστατική διότι αποτρέπει τη συνιδιοκτησία («εξ αδιαιρέτου») ανάμεσα στον σύζυγο και τα παιδιά, η οποία συχνά οδηγούσε σε παράλυση της διαχείρισης των ακινήτων. Ωστόσο, το δικαίωμα του συζύγου στην κληρονομία αποκλείεται αν ο κληρονομούμενος είχε ήδη ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο πριν από τον θάνατό του. Δεν απαιτείται πλέον να έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση· αρκεί η ύπαρξη της εκκρεμούς δίκης και η απόδειξη ότι ο λόγος του διαζυγίου ήταν υπαρκτός.
Αν στην κληρονομία δεν καλείται σύζυγος ή συγγενής του κληρονομουμένου, αυτή περιέρχεται στο πρόσωπο με το οποίο ο κληρονομούμενος συζούσε μόνιμα σε ελεύθερη ένωση για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) ετών πριν από τον θάνατό του ή χωρίς χρονικό περιορισμό αν είχε αποκτήσει κοινά τέκνα με τον κληρονομούμενο και αυτά εξέπεσαν για οποιονδήποτε λόγο πριν από τον θάνατο του. Το πρόσωπο αυτό αποκτά την κληρονομία ήδη κατά τον χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον εγκριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο.
9.Με ποιον τρόπο δημοσιεύονται οι κληρονομικές συμβάσεις και οι διαθήκες;
Το νομοσχέδιο προχωρά στην πλήρη ψηφιοποίηση της διαδικασίας δημοσίευσης τόσο για τις διαθήκες όσο και για τις κληρονομικές συμβάσεις. Όλες οι κληρονομικές συμβάσεις και οι δημόσιες διαθήκες καταχωρίζονται υποχρεωτικά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Διαθηκών, το οποίο τηρείται κεντρικά. Η δημοσίευση δεν απαιτεί πλέον την αυτοπρόσωπη παρουσία μαρτύρων στο Ειρηνοδικείο για την ανάγνωση. Η διαδικασία μάλιστα πλέον αποκτά ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα και ευελιξία, όπως είχαμε περιγράψει σε πρόσφατο κείμενο μας.
Ο συμβολαιογράφος που κατέχει τη σύμβαση ή τη διαθήκη συντάσσει ένα πρακτικό δημοσίευσης αμέσως μόλις λάβει γνώση του θανάτου. Το πρακτικό αυτό αναρτάται ψηφιακά και καθίσταται προσβάσιμο σε κάθε ενδιαφερόμενο που έχει έννομο συμφέρον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν πλέον να ενημερώνονται αυτόματα για την ύπαρξη κληρονομικών ρυθμίσεων, γεγονός που ενισχύει τη διαφάνεια και την ταχύτητα στην διεκπεραίωση των παραπάνω διαδικασιών που επηρεάζουν πληθώρα θεμάτων του δικαίου.
Με βάση τα παραπάνω γίνεται πλέον εμφανές, ότι εξαλείφεται ο κίνδυνος να «χαθεί» μια διαθήκη ή να μην ανευρεθεί εγκαίρως μετά τον θάνατο του διαθέτη, καθώς η πληροφορία για την ύπαρξη του εγγράφου είναι πλέον προσβάσιμη. Επιπλέον, για τις ιδιόγραφες διαθήκες που δεν είχαν κατατεθεί σε συμβολαιογράφο, προβλέπεται ότι όποιος τις κατέχει οφείλει να τις προσκομίσει στον συμβολαιογράφο ή στο δικαστήριο για δημοσίευση αμέσως μόλις πληροφορηθεί τον θάνατο προκειμένου να εκκινήσει η διαδικασία της δημοσίευσης.
10.Κι αν ο κληρονομούμενος έκανε δωρεές/χαριστικές πράξεις όσο ζούσε;
Στο νέο δίκαιο, οι δωρεές που έγιναν εν ζωή εξετάζονται με μεγάλη προσοχή για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας. Η νόμιμη μοίρα παύει να είναι εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων και μετατρέπεται σε ενοχική αξίωση για την καταβολή χρηματικού ποσού. Εάν η υπάρχουσα κληρονομιαία περιουσία δεν επαρκεί για να καλύψει αυτό το χρηματικό ποσό λόγω των δωρεών που προηγήθηκαν, ο μεριδούχος έχει το δικαίωμα να στραφεί κατά των δωρεολήπτων ασκώντας τη λεγόμενη «μέμψη άστοργης δωρεάς».
Όλες οι χαριστικές παροχές που έγιναν τα τελευταία δέκα (10) έτη πριν από τον θάνατο προστίθενται πλασματικά στην αξία της κληρονομίας για να βρεθεί η «νόμιμη μοίρα» των δικαιούχων. Ο μεριδούχος έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ανατροπή της δωρεάς κατά το μέρος που απαιτείται για να συμπληρωθεί η δική του μερίδα. Ο νόμος προστατεύει έτσι το «αναγκαστικό» κληρονομικό δίκαιο των στενών συγγενών, εμποδίζοντας τον κληρονομούμενο να τους αποκληρώσει έμμεσα εκμηδενίζοντας την περιουσία του μέσω δωρεών πριν πεθάνει.
Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για τις περιπτώσεις όπου έχει υπογραφεί κληρονομική σύμβαση. Επειδή η σύμβαση αυτή δεσμεύει τον κληρονομούμενο, ο νόμος ορίζει ότι αν αυτός προχωρήσει σε δωρεές με σκοπό να ματαιώσει την προσδοκία του συμβατικού κληρονόμου (π.χ. του ανθρώπου που τον φροντίζει), οι πράξεις αυτές προσβάλλονται δικαστικά. Ο τιμώμενος από τη σύμβαση έχει το δικαίωμα, μετά την επαγωγή της κληρονομίας, να ζητήσει τη διάρρηξη των δωρεών αυτών εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) ετών.

Δίπλα στον πελάτη και τις ανάγκες του.
Αθηνά Κοντογιάννη-Δικηγόρος
Όσα αναφέρονται παραπάνω δεν αποτελούν νομικές συμβουλές και ουδεμία ευθύνη φέρεται για αυτές.Για περισσότερες πληροφορίες,επικοινωνήστε μαζί μας.
